Καθρέφτες

17.70

Εκδόσεις:

Μετάφραση: Ισμήνη Κανσή
Σελίδες: 504

Διατίθεται άμεσα και από τα γραφεία της LiFO, Boυλής 22, 6ος όροφος, Σύνταγμα.
Ώρες γραφείου (10:00-17:00). Τηλ. 210-3254290

Διατίθεται μόνο για αγορά online μέσω του lifoshop.gr

Η αγορά παλιών τευχών της LiFO αποτελεί ξεχωριστή λειτουργία του Shop.

Οι παραγγελίες για τα τεύχη της LiFO θα γίνονται ξεχωριστά και θα αποστέλλονται ξεχωριστά από άλλες αγορές από το LiFO Shop.

Tα έξοδα αποστολής υπολογίζονται για κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Κωδικός προϊόντος: LF-BK-11626 Κατηγορία: Ετικέτα:

Όσοι αγόρασαν αυτό το προϊόν, επέλεξαν επίσης

Ξένη λογοτεχνία

Το Σφαγείο

Εστέμπαν Ετσεβερία

Μετά από μια καταστροφική πλημμύρα το Μπουένος Άιρες βρίσκεται βυθισμένο στη λάσπη, στην πείνα και στον φόβο. Η έλλειψη τροφίμων και η εξαθλίωση σπρώχνουν τα πλήθη σε μια απελπισμένη έκρηξη βίας και το σφαγείο στις παρυφές της πόλης μετατρέπεται σε κεντρικό σημείο της αφήγησης. Εκεί, μέσα στις κραυγές του φανατισμένου όχλου και στην αποφορά του αίματος, εκτυλίσσονται σκηνές ανείπωτης χυδαιότητας, καθώς η σφαγή των ζώων σταδιακά μετουσιώνεται σε εξουσιαστικό τελετουργικό. Όταν ένας νεαρός άντρας που δεν φέρει τα σύμβολα του καθεστώτος πλησιάζει τυχαία, το σφαγείο παύει να αφορά μόνο τα ζώα και μετατρέπεται σε τόπο συντριβής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το διήγημα «Το σφαγείο» του Εστέμπαν Ετσεβερία θεωρείται θεμελιώδες κείμενο της αργεντίνικης πεζογραφίας και σημείο αφετηρίας της εθνικής λογοτεχνικής παράδοσης. Γράφτηκε σε μια μεταιχμιακή περίοδο έντονων κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών συγκρούσεων, όταν στη χώρα βασίλευε ο τρόμος που σκόρπιζε ο δικτάτορας Χουάν Μανουέλ ντε Ρόσας. Με γλώσσα ωμή και ειρωνική, το «Σφαγείο» είναι ένα έργο βαθιά αλληγορικό, όπου ο χώρος λειτουργεί ως μικρογραφία τόσο της χώρας όσο και του τρόπου που ασκείται και εμπεδώνεται η εξουσία. Ο Ετσεβερία, πρωτοπόρος του ρομαντισμού και κεντρική φιγούρα της πολιτικής και πνευματικής ανανέωσης στην Αργεντινή, με το έργο αυτό θεμελιώνει μια παράδοση που θα σημαδέψει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία του 19ου αιώνα και η επιρροή της θα ξεπεράσει τα όρια της εποχής και της χώρας του.

«Υπάρχουν συγγραφείς που αφήνουν το στίγμα τους στην ιστορία της λογοτεχνίας και άλλοι που αφήνουν το στίγμα τους στην ίδια τη λογοτεχνία, κάτι που συμβαίνει σπανιότερα. Ο Ετσεβερία κατάφερε να συμπεριλαμβάνεται και στις δύο κατηγορίες».

‒Χόρχε Λουίς Μπόρχες

10.00

Ξένη λογοτεχνία

Άνθρωποι και γρανάζια

Ερνέστο Σάμπατο

Στο κλασικό αυτό δοκίμιο, ο Σάμπατο καταπιάνεται με μια κριτική επισκόπηση του φαντασιακού της Προόδου, διατρέχοντας ολόκληρη την ιστορία του δυτικού πολιτισμού: από τις αντινομίες της Αναγέννησης, τις αμφισημίες της επιστημονικής εξέλιξης και την κρατική συγκεντροποίηση, ως την παντοδυναμία του Μεγάλου Μηχανισμού, τις αυταπάτες της σύγχρονης τέχνης, αλλά και τα όρια των κινημάτων του Ρομαντισμού και του Υπερρεαλισμού. Ο Αργεντινός λογοτέχνης καταδεικνύει το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος παλεύει με τα θεριά που δημιούργησε, θύμα των αφαιρέσεων που ο ίδιος επινόησε. Και σκιαγραφώντας τον απανθρωπισμό στον οποίο οδηγεί η αλαζονική πίστη στο ποσοτικά μετρήσιμο, δεν διστάζει να καταγγείλει την αχαλίνωτη εκμηχάνιση του πολιτισμού μας, καθώς απειλεί με εξόντωση την ίδια την ανθρώπινη φυλή.

«Όπως ακριβώς η μηχανή άρχισε να χειραφετείται από τον άνθρωπο και να εναντιώνεται σε αυτόν, έχοντας μετατραπεί σε ένα ανώνυμο τέρας, ξένο προς την ανθρώπινη ψυχή, έτσι και η επιστήμη μετατράπηκε προοδευτικά σε έναν παγερό και απανθρωπισμένο λαβύρινθο συμβόλων. Επιστήμη και μηχανή απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο προς έναν μαθηματικό Όλυμπο, αφήνοντας μόνο και αβοήθητο τον άνθρωπο, που τους είχε δώσει ζωή. Ατσάλινα τρίγωνα, λογάριθμοι και ηλεκτρισμός, ημιτονοειδή κύματα και ατομική ενέργεια, σε αγαστή συνεργασία με τις πλέον μυστηριώδεις και δαιμονικές μορφές του χρήματος, οικοδόμησαν, τελικά, τον Μεγάλο Μηχανισμό, στο πλαίσιο του οποίου τα ανθρώπινα όντα κατέληξαν να είναι αφανή και ανήμπορα γρανάζια. […] Θα χρειαστεί λοιπόν, τώρα, να αποκαταστήσουμε την προγενέστερη, ανθρώπινη πλευρά της τεχνικής και της επιστήμης, να καθορίσουμε τα όριά τους, να θέσουμε τέλος στη λατρεία τους».

«Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναχθεί η τέχνη σε αφαίρεση θα πρέπει να θεωρείται ως απόπειρα απανθρωπισμού, όχι γιατί το αφηρημένο δεν είναι και ανθρώπινο, αλλά γιατί το ανθρώπινο είναι κάτι περισσότερο από αυτό: Είναι το αφηρημένο και το συγκεκριμένο, το ορθολογικό και το ανορθολογικό, η μηχανή και η φύση, η επιστήμη και η τέχνη».

12.00

Ξένη λογοτεχνία

Ο χρόνος των μυγών

Κλαούδια Πινιέιρο

Δεκαπέντε χρόνια μετά την καταδίκη της για τη δολοφονία της ερωμένης του άντρα της, η Ινές αποφυλακίζεται. Η ζωή της είναι διαφορετική, όπως και η κοινωνία: η εξέλιξη του φεμινισμού, οι νόμοι για τις αμβλώσεις, η συμπεριληπτική γλώσσα. Η Ινές καταλαβαίνει πως πρέπει να φανεί πρακτική και να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, όσο κι αν της κοστίζει. Συνεταιρίζεται με τη μοναδική φίλη που απέκτησε στη φυλακή, την Κουλή, και μαζί ιδρύουν μια επιχείρηση με διττό χαρακτήρα: εκείνη αναλαμβάνει απεντομώσεις, ενώ η συνέταιρός της δουλεύει ως ιδιωτική ντετέκτιβ. Σαν άλλες Θέλμα και Λουίζ, η Ινές και η Κουλή προσπαθούν να βρουν τα βήματά τους, μέχρι τη στιγμή που μία από τις πελάτισσες της Ινές τής προτείνει μια εξαιρετικά ανησυχητική συναλλαγή· ως διέξοδος από τα σκοτάδια του παρελθόντος, η πρόταση μπορεί να γείρει επικίνδυνα τη ζυγαριά προς τη λάθος πλευρά. Μπορεί όμως και να τους αλλάξει τη ζωή.

20.00

Ξένη λογοτεχνία

2666

Ρομπέρτο Μπολάνιο

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο Φον Αρτσιμπόλντι. Την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής βρισκόταν στη Σάντα Τερέσα, μια πόλη της ερήμου στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ όπου εκατοντάδες γυναίκες έχουν βρεθεί άγρια κακοποιημένες και δολοφονημένες. Από την κατεστραμμένη Ευρώπη μέχρι την έρημο της Σονόρα, που τη στοιχειώνουν οι ανεξιχνίαστοι φόνοι γυναικών, ο Μπολάνιο αφηγείται την ιστορία της ζωής του Χανς Ράιτερ, γεννημένου το 1920, που εξελίσσεται σε μεγάλο Γερμανό συγγραφέα με το ψευδώνυμο Αρτσιμπόλντι, και ταυτόχρονα καταγράφει με την ανατριχιαστική νηφαλιότητα αστυνομικής αναφοράς την αλυσίδα των φόνων (απομίμηση των δολοφονιών που στοιχειώνουν την πραγματική Σιουδάδ Χουάρες στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού). Μέσα από πολυάριθμα γκροτέσκα πορτρέτα και φλερτάροντας με όλα τα λογοτεχνικά είδη, δημιουργεί μια εικόνα του 20ου αιώνα με πινελιές από την Αποκάλυψη. Το λογοτεχνικό κληροδότημα του πρόωρα χαμένου Χιλιανού συγγραφέα είναι φιλόδοξο. Συνδέει το γκανγκστερικό μυθιστόρημα με το Bildungsroman, το βωντβίλ με την πολεμική μαρτυρία, την επιστημονική φαντασία με το ρεπορτάζ και ενσαρκώνει ό,τι πιο ουσιαστικό έχει η λογοτεχνία: την τόλμη να μιλά για τη φρίκη, το θάνατο, την απουσία νοήματος μα και τον έρωτα. Χαιρετίστηκε από τους κριτικούς διεθνώς ως έργο του αιώνα. Με εκπληκτική επίδειξη τόλμης και αφηγηματικής δύναμης, το 2666 υποδεικνύει ένα νέο και ριζοσπαστικό τρόπο για το ολοκληρωτικό μυθιστόρημα. Και επιβεβαιώνει κατηγορηματικά την ετυμηγορία της ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ: “Ο ισπανόφωνος συγγραφέας που άσκησε μεγάλη επιρροή και θαυμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλον στη γενιά του. Ο θάνατός του, στην ηλικία των πενήντα ετών, είναι μεγάλη απώλεια για τη λογοτεχνία”.

29.90

Ξένη λογοτεχνία

Ένδοξα κατορθώματα

Φέρντια Λέννον

Συρακούσες 412 π.Χ. Σε μια από τις αποφασιστικές μάχες του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι ηττώνται και χιλιάδες αιχμάλωτοι καταλήγουν σε ένα λατομείο, για να πεθάνουν εκεί από τις κακουχίες και την ασιτία. Δύο άνεργοι κεραμοποιοί, ο Γέλων και ο Λάμπων, λάτρεις του πιοτού, της μουσικής και της αθηναϊκής τραγωδίας, αποφασίζουν να ανεβάσουν τη Μήδεια με ηθοποιούς Αθηναίους αιχμαλώτους. Αλλά καθώς πλησιάζει η ώρα της παράστασης, οι δύο φίλοι συνειδητοποιούν ότι το θέατρο είναι επικίνδυνο όσο και ο πόλεμος, κι ότι ο εχθρός είναι εκεί – και παραμονεύει. Τα Ένδοξα κατορθώματα, το πολυβραβευμένο ντεμπούτο του Φέρντια Λέννον, είναι μια ωδή στην ανθρωπιά και τη δύναμη της τέχνης ενάντια στον πόλεμο, τη διχόνοια και τη βαρβαρότητα.

Τα Ένδοξα κατορθώματα οφείλουν τη συναισθηματική τους δύναμη σε έναν νηφάλιο σκεπτικισμό που δείχνει ότι το ελπιδοφόρο τους μήνυμα έχει κατακτηθεί με πολύ κόπο. Ο Λάμπων συγκινείται επειδή μπορεί να δει, κάτω από τα κουρελιασμένα κοστούμια των Αθηναίων που υποδύονται την Εκάβη, την Ανδρομάχη και την Κασσάνδρα, τα κοκαλιάρικα πόδια και τους αλυσοδεμένους αστραγάλους των υποδουλωμένων ηθοποιών. […] Η δεξιοτεχνία του Λέννον του επιτρέπει, χωρίς να γίνεται ποτέ αφελής ή πομπώδης, να υπερασπιστεί την αξία της τέχνης. Ο Λάμπων γνωρίζει πόσο παράλογο είναι το εγχείρημά τους […]. Η τέχνη είναι η πεποίθηση, που επιμένει παρά τις επανειλημμένες αποδείξεις για το αντίθετο, ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει. —New York Review of Books

19.80