Μια παράξενη, μια ακατάλυτη συμπάθεια είχε γεννηθεί μέσα μας για το όν αυτό που είχε έρθει εδώ να τερματίσει τη ζωή του, μια συμπάθεια που μας απομόνωνε μαζί του σ’ εκείνη την ψυχρή αμμουδιά, ανάμεσα στον γκρεμό που έστεκε ασάλευτος και στα νερά που κινούνταν. Ήμασταν μόνοι – μόνοι με τη φάλαινα, με εκείνη την ανεξιχνίαστη μάζα από ζελατίνη όπου το κενό έπαιρνε χρώματα τόσο τρυφερά, και με κοινή συμφωνία, χωρίς μια λέξη, ενστερνιστήκαμε την υπόθεσή της. Αυτή η ήττα, αυτό το σιωπηλό σβήσιμο, όλα ξαναγίνονταν παρουσία. […] Η θέα της μας εκτόξευε έξω από το χρόνο, έξω απ’ αυτή την παράλογη γη που μέσα στον πάταγο των εκρήξεων έμοιαζε να οδεύει ολοταχώς προς την τελευταία της περιπέτεια. Νομίζαμε πως αυτό που βλέπαμε ήταν απλώς ένα κήτος μισοχωμένο στην άμμο: ωστόσο αυτό που ατενίζαμε ήταν ένας νεκρός πλανήτης. «Ζηλεύω όσους δεν έχουν ακόμη διαβάσει τη Φάλαινα, αυτό το κείμενο του Paul Gadenne (1907-1956) γραμμένο πριν από μισό αιώνα και πλέον. Θα βρουν εκεί ένα είδος αρτιότητας και ίσως την απόδειξη πως μια γραφή που τη στοιχειώνει η μνήμη του κόσμου μπορεί, με αφορμή μια φάλαινα που έχει ξοκείλει στην ακτή, να δημιουργήσει το σύμβολο ενός κόσμου αιματηρά διχασμένου ανάμεσα στην αποθέωση και την καταστροφή. »Λόγω της συντομίας της, η αφήγηση του Πώλ Γκαντέν τοποθετείται στους αντίποδες του “Μόμπυ Ντικ” κι ωστόσο αυτόματα φέρνει στη μνήμη τις γραμμές που έγραφε ο Giono στον πρόλογο του έργου του Melville: «Ο άνθρωπος διακατέχεται αέναα από την επιθυμία κάποιου θηριώδους αντικειμένου. Και η ζωή του δεν έχει αξία παρά μόνο εάν την αφιερώσει εξ’ ολοκλήρου σ’ αυτή την αναζήτηση». »Δημοσιευμένο για πρώτη φορά στο περιοδικό Empedocle του Albert Camus, το κείμενο αυτό του Πώλ Γκαντέν επανεκδόθηκε από τον οίκο Actes Sud το 1982 και η επιτυχία του στάθηκε τόσο μεγάλη ώστε ν’ ακολουθήσουν πολλές επανεκδόσεις.» (Hubert Nyssen)
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




