Βλέπετε 1–12 απο 23 αποτέλεσματα

Ίρβιν Γιάλομ

25.74

Το περιεχόμενο της Θεραπείας του Σοπενάουερ είναι ξανά μια ψυχοθεραπευτική περιπέτεια, η οποία όμως δεν εκτυλίσσεται πια στο κλειστό σύστημα της ατομικής ψυχοθεραπείας. Ο συγγραφέας ξεναγεί εδώ τον αναγνώστη σ’ ένα νέο θεραπευτικό χώρο. Αν στο Όταν έκλαψε ο Νίτσε μάς άνοιγε ένα παράθυρο στην προ-ψυχαναλυτική Βιέννη, αν Στο ντιβάνι μάς παρουσίαζε την κοινότητα της ατομικής ψυχοθεραπείας στην Αμερική, εδώ μας βάζει πίσω από τον μονόδρομο καθρέφτη να παρακολουθήσουμε τον μικρόκοσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. […]

Ο Γιάλομ διόλου δεν μεταμφιέζει τη διδακτική του πρόθεση στη Θεραπεία του Σοπενάουερ : εδώ έχει συλλάβει και συνθέσει την ιστορία του με στόχο να διδάξει τη θεωρία και τις μεθόδους της ομαδικής ψυχοθεραπείας, αλλά και να συζητήσει τις φιλοσοφικές απαρχές της ψυχαναλυτικής θεωρίας, τη σχέση (και την αντίθεση) μεταξύ φιλοσοφίας και ψυχοθεραπείας, καθώς και ερωτήματα με τα οποία ασχολείται και στα προηγούμενα βιβλία του : Πώς επηρεάζουν τα μείζονα υπαρξιακά προβλήματα τις σχέσεις μας και τις αποφάσεις μας, τι είναι ιαματικό μέσα στη θεραπευτική διαδικασία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του καλού ψυχοθεραπευτή. Στην εξέλιξη της πλοκής – στην οποία το πρόσωπο που αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τώρα και το χθες είναι ο Φίλιπ Σλέιτ, ένας άνθρωπος με μια βασανισμένη σεξουαλική εμμονή, που πιστεύει ότι γιατρεύτηκε ασπαζόμενος την κοσμοθεωρία του Άρθουρ Σοπενάουερ και διαμορφώνοντας τη ζωή του με βάση εκείνον ως πρότυπο – ο Γιάλομ παρεμβάλλει σύντομα μαθήματα για τη ζωή και το έργο του πεσιμιστή Γερμανού φιλοσόφου (1788-1860).[…]

Μάγος της περιγραφής των χαρακτήρων, ο Γιάλομ διατυπώνει ψυχαναλυτικού τύπου εικασίες για τη διαμόρφωση του ψυχισμού του Σοπενάουερ και παρακολουθεί τη ζωή του με τόση ενσυναίσθηση, ώστε ο αναγνώστης καταλήγει να νιώσει μεγάλη τρυφερότητα για τον μισάνθρωπο φιλόσοφο αλλά και τον άνθρωπο που αποτελεί τη ” μετενσάρκωση ” του φιλοσόφου στο σήμερα, του παγερού και απάνθρωπου στην απομόνωσή του Φίλιπ Σλέιτ. […] Στη Θεραπεία του Σοπενάουερ , περισσότερο από κάθε άλλο του έργο, ο Γιάλομ παρουσιάζει τον εαυτό του με την ελάχιστη μεταμφίεση. Από την άποψη της διαδικασίας, λοιπόν, η συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι μια πράξη διαφάνειας του συγγραφέα. Πέρα από τη μεταλλακτική δύναμη της ψυχοθεραπείας για τους θεραπευόμενους και τη γοητεία της για τους εκπαιδευόμενους, ο Γιάλομ δείχνει με τη μεγαλύτερη δυνατή παραστατικότητα στον αναγνώστη τη ζωογόνο δύναμή της για τον ίδιο τον θεραπευτή. […] Η ίδια η πράξη της συγγραφής της Θεραπείας του Σοπενάουερ αφήνει να διαφανεί επίσης πόση δύναμη ζωής προσφέρει η λογοτεχνική δημιουργία στον ίδιο τον συγγραφέα.

Θωμάς Κοροβίνης

18.50

Όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στην πόλη -και δεν ήμουνα καν είκοσι χρόνων-, είπα “εγώ εδώ γεννήθηκα”. Είπα “κισμέτ”! Η τύχη το ‘φερε -πέρα απ’ τις κατά καιρούς πολυήμερες επισκέψεις μου- να τη ζήσω στα γεμάτα την “αυτοκρατορική περίοδό” μου απ’ το 1987 μέχρι το 1995 ως μόνιμος τότε κάτοικός της, ιχνευτής, καθημερινός περιηγητής, παγανιστής και μύστης, απολαμβάνοντας τα ανεξάντλητα μπερεκέτια της – αποθησαυρίζοντας παράλληλα πλούσιο και σπάνιο πολιτιστικό υλικό που δε θα μου ‘φταναν δέκα ζωές να το αξιολογήσω και να το αξιοποιήσω γόνιμα.

Η Ανατολή πάλι είναι ο τόπος των προγόνων μου, με τραβάει πάντοτε σα να είναι εκείνη το αυθεντικό λίκνο μου, και είναι, ή καλύτερα, όπως γράφω σ’ ένα κείμενο για την εκ πατρός γιαγιά μου, “η μοίρα μας ήταν να ζούμε ανάμεσα σε δυο πατρίδες, το κορμί μας από δώ, η ψυχή μας από κεί”.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος που με διαμόρφωσε, λειτουργεί για την προσωπικότητά μου ως διαρκής πόλος έλξης και απώθησης, και τα δυο αδιαπραγμάτευτα, θανάσιμα. Κάποιοι λόγοι για το τι έχει συμβεί μέσα μου εξηγούνται σε μερικά απ’ τα κείμενα του παρόντος τόμου αφηγημάτων. Αφηγήματα θα τα πω, άλλα είναι ατόφια διηγήματα, άλλα μονογραφίες χαρακτηριστικών προσωπικοτήτων με τις οποίες έχω συνδεθεί ή τις έχω θαυμάσει, κάποια άλλα αναφέρονται σε ιδιαίτερες ατμόσφαιρες που έχω ζήσει ή που έχω “ανθιστεί” στο παρελθόν, τώρα πια χαμένες ανεπιστρεπτί. Το συναξάρι αυτό είναι ένα κομμάτι της προσωπικής μου μυθολογίας.

Ένα νοερό νήμα συνδέει τις δύο πόλεις και τη “δική μου” Ανατολή, καθώς είναι οι δύο πολιτείες που με ορίζουν και με το παρελθόν των οποίων βρίσκομαι σε αδιάπτωτη συνομιλία”.

Θοδωρής Γκόνης

9.90

Οι εφτά ιστορίες του βιβλίου ταξιδεύουν στον ίδιο τόπο, τον περιγράφουν αλλά δεν τον κατονομάζουν.

Περιηγούνται στο χώρο της μνήμης καθώς αυτή αρχίζει να εξασθενεί, να χάνεται σχεδόν, και έτσι αναγκάζεται ο αφηγητής τους να χτίζει πάνω στα χαλάσματα και τα συντρίμμια των παλιών πραγματικών γεγονότων, να επινοεί φανταστικές ιστορίες σαν αντιστάθισμα αυτής της απώλειας.

Με τα παλιά υλικά προσπαθεί να φτιάξει νέες ιστορίες, αλλά το ξάφνιασμά του είναι μεγάλο όταν πάνω σε αυτά που έχει επινοήσει σκοντάφτουν όλα εκείνα που έχουν συμβεί και αδυνατεί να τα ξεχωρίσει.

Νίκανδρος Νούκιος

19.35

Στα μέσα του 16ου αιώνα, ένας ταπεινός Έλληνας αντιγραφέας χειρογράφων, ο Νίκανδρος ο Κερκυραίος, ξεκινά για ένα παράξενο, ανάστροφο ταξίδι. Ενώ οι σύγχρονοί του πηγαίνουν προς την Ανατολή η σαλπάρουν για τον Νέο Κόσμο, αυτός πορεύεται προς την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Φλάνδρα, την Αγγλία και τη Γαλλία.
Ουμανιστής με κλασική παιδεία, μας παραδίδει την Ευρώπη της Αναγέννησης μέσα από τα λόγια του Στράβωνα και του Ιουλίου Καίσαρα, και σ’ αυτή την Ευρώπη δεν βρίσκουμε ίχνος απ’ ό,τι εμείς θεωρούμε οικείο. Ποτάμια, πόλεις και λαοί με αρχαϊκά ονόματα ανήκουν σε χώρες εξωτικά μεταμορφωμένες, εκεί που η Μεταρρύθμιση είναι στα σπάργανα, εκεί που παρασκευάζεται η κερβεσία, αλλιώς μπίρα, και εκεί που τις γυναίκες τις φιλούν δημόσια στο στόμα.

Η σχέση των τραγικοκωμικών γαμήλιων περιπετειών του Ερρίκου Η’ βασιλιά της Αγγλίας, η συνάντηση με τον Φραγκίσκο Α’  τής Γαλλίας, ο διάσημος Έρασμος και ο Λούθηρος δεν καταφέρνουν ωστόσο να κρύψουν τον καημό του εξόριστου. Στο θέαμα μιας Ευρώπης που σπαράζεται από βίαιους και ασταμάτητους πολέμους, στο νου του Νίκανδρου έρχεται η Μεσόγειος, όπου ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και ο πειρατής βασιλιάς Μπαρμπαρόσα, οδηγημένοι από τις έριδες ανάμεσα στους πρίγκιπες της Δύσης, πολιορκούν και λεηλατούν την πατρίδα του την Κέρκυρα.
Το Ταξίδι γίνεται έτσι το αφήγημα μιας μελαγχολικής εξερεύνησης σε γη μακρινή, όπου η ικανότητα να μιλάς για τον άλλο γίνεται ζωτική ανάγκη για τη δική σου ύπαρξη, «ραγίζοντας το φίλτρο συνηθειών και προκαθορισμένων κρίσεων, ξεθαμπώνοντας τις διόπτρες», όπως γράφει ο Υβ Ερσάν, διευθυντής σπουδών στο EHESS, στο Επίμετρό του «Τα γυαλιά του Νίκανδρου».

Το Ταξίδι στην Εσπερία πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στους αιώνες από τη συγγραφή του, μεταφράζεται όμως στην Ελλάδα για πρώτη φορά ολόκληρο, με την επιμέλεια του Πάολο Οντορίκο, πρώην διευθυντή σπουδών στο EHESS. Ο ιστορικός σχολιασμός και οι σημειώσεις έγιναν από τον Ζοέλ Σναππ, ερευνητή του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών της Φλωρεντίας.

Ζωρζ Σιμενόν

14.00
Ένας επαρχιακός γιατρός, που ζει μια συμβατική οικογενειακή ζωή, προβαίνει, μετά την καταδίκη του, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στον δικαστή του, χωρίς την αναζήτηση κανενός οίκτου. Γράφει για ό,τι τον οδήγησε στον φόνο, για ένα εκτός ορίων και ελέγχου πάθος ερωτικό. Ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματα  του Σιμενόν, με τη συγκλονιστική ανατομία ενός φόνου.

Βασίλης Βασιλικός

13.05

Εκείνη την εποχή που γύριζα άσκοπα στην Ευρώπη έκπτωτος – το γιατί δεν είναι της ώρας – δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη φίλη μου τη Ζωή που ζούσε χρόνια εγκαταστημένη στο Παρίσι. Μου ζητούσε να τη βοηθήσω στην επίλυση ενός πολύ λεπτού, όπως μου είπε, γι’ αυτήν προβλήματος. Επρόκειτο, δεν άργησα να το καταλάβω μόλις την επισκέφτηκα στο διαμέρισμά της στο Πασσύ, για το βιβλίο που ήθελε να γράψει με τα απομνημονεύματά της για τη Μεγάλη Φίλη της, τη Μεγάλη Ντίβα, την Divina, όπως την αποκαλούσαν, που είχε πεθάνει σ’ αυτό το ίδιο μελαγχολικό μα ολοζώντανο Παρίσι εννέα χρόνια πριν.

Ο Βασίλης Βασιλικός, μετά από μεγάλο αριθμό βιβλίων, επιστρέφει στο χρονικό, το είδος που τον έκανε διεθνώς γνωστό και που καλλιέργησαν συγγραφείς σαν τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Τρούμαν Καπότε. Μόνο που αυτή τη φορά το χρονικό δεν γράφτηκε ποτέ. Η νουβέλα Ντίβα είναι, λοιπόν, η ιστορία μιας ακύρωσης. Αλλά, καμιά φορά, όσα δεν ειπώθηκαν τον καιρό που έπρεπε συμβαίνει να λέγονται με πιο αποκαλυπτικό τρόπο λίγο αργότερα.

Γιόζεφ Ροτ

16.11

“Είμαι ένας πολίτης των ξενοδοχείων. Ένας πατριώτης των ξενοδοχείων”.
“Το ξενοδοχείο, που αγαπώ σαν πατρίδα μου, βρίσκεται σε ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, και τα βαριά χρυσά γράμματα-αντίκες, με τα οποία είναι γραμμένο το μπανάλ όνομά του (λάμποντας πάνω από τις στέγες των σπιτιών, που ανηφορίζουν μαλακά) είναι στα μάτια μου μεταλλικές σημαίες, υψωμένα μικρά λάβαρα που χαιρετούν αστράφτοντας αντί ν’ ανεμίζουν”.

Τις δεκαετίες 1920 ΚΑΙ 1930 ο Γιόζεφ Ροτ ταξίδεψε πολύ σε μια Ευρώπη σε κρίση, περιπλανώμενος από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο και γράφοντας για τα μέρη από τα οποία περνούσε. Οξυδερκή, νοσταλγικά, γεμάτα περιέργεια και βαθιά παρατηρητικά -συγκεντρωμένα εδώ για πρώτη φορά από τον Άγγλο μεταφραστή του έργου του Ροτ Michael Hofmann- τα άρθρα του ζωγραφίζουν την εικόνα μιας ηπείρου που σπαράζεται από την αδήριτη βία της αλλαγής, γαντζωμένης ταυτόχρονα στην παράδοση.

Από τα τυραννικά γυμνάσια του αλβανικού στρατού, τα ετοιμόρροπα “πηγάδια” της νέας πρωτεύουσας του πετρελαίου στη Γαλικία και τα διαλυμένα παζάρια, τα σπίτια τα κομμένα στα δυο για να γίνουν τα Τίρανα μια μοντέρνα πρωτεύουσα, μέχρι τους ξεχωριστούς, ιδιόμορφους ανθρώπους που συναντά ο Ροτ στα ξενοδοχεία όπου μένει, αυτά τα κείμενα-βινιέτες είναι τρυφερά και μεθυστικά μαζί. Με τη θαυμάσια επιλογή και εισαγωγή του Μάικλ Χόφμαν, αποτελούν λογοτεχνικές καρτ ποστάλ από έναν κόσμο χαμένο, που κατευθυνόταν αμετάκλητα προς έναν παγκόσμιο πόλεμο.

Γιόζεφ Ροτ

9.28

«Η διαθήκη μου». Έτσι ονόμαζε ο Γιόζεφ Ροτ αυτό το τελευταίο του αφήγημα, που προφητεύει ποιητικά, μέσω της θαυμαστής ιστορίας του Παρισινού κλοσάρ, τον ίδιο του το θάνατο, με συγκλονιστική συνέπεια, εύθυμη άνεση και απαράμιλλη στυλιστική δεξιοτεχνία.

Ο Θρύλος του αγίου πότη δημοσιεύτηκε το 1939, τη χρονιά που πέθανε ο συγγραφέας. Σαν τον Αντρέας, τον ήρωα της ιστορίας, ο Ροτ πέθανε από τη μεγάλη κατανάλωση του αλκοόλ στο Παρίσι, αλλά το παρόν αφήγημα δεν αποτελεί αυτοβιογραφική αφήγηση. Είναι ένα κοσμικό θαυμαστό παραμύθι, στο οποίο ο πλάνητας Αντρέας, αφού έχει ζήσει κάτω από τις γέφυρες, γίνεται αποδέκτης μιας σειράς τυχερών γεγονότων που τον οδηγούν ξαφνικά σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο ύπαρξης. Η νουβέλα είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένη, αυστηρή, ανατρεπτική και παιγνιώδης ταυτόχρονα, παρ’ όλο το μελαγχολικό θέμα της.

Ο συγγραφέας και πότης Γιόζεφ Ροτ, επειδή το φάσμα του επερχόμενου πολέμου τού στερούσε κάθε διάθεση να ζήσει και να επιζήσει, κατάφερε μ’ αυτό το έργο του να υψώσει εν ζωή ακόμα ένα έξοχο μνημείο αυτοειρωνείας. επιείκειας και καρτερίας.

Βιβλία

Hotel Savoy

Γιόζεφ Ροτ

12.08

O Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει φτάσει στο τέλος του. Η απέραντη Ρωσία ελευθερώνει τους αιχμαλώτους της, που συγκεντρώνονται (κάθε μέρα και περισσότεροι) στην ανατολική μεθόριο της Ευρώπης. Ο συγγραφέας μας οδηγεί σε μια απ’αυτές τις μικρές πόλεις, που τόσο καλά γνωρίζει, της οποίας το όνομα ο αναγνώστης δεν μαθαίνει. Ο Γκάμπριελ Ντάν, στρατιώτης του αυστριακού στρατού, επιστρέφει από κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία: γοητευμένος από το πελώριο Hotel Savoy, πιάνει εκεί δωμάτιο. Ο ιδιοκτήτης του απουσιάζει. Ο νέος άντρας γρήγορα πείθεται πως έχει ανακαλύψει μέσα στους ορόφους του ξενοδοχείου έναν καινούργιο κόσμο. Είναι μάλλον τα πολλά χρόνια του πολέμου και της αιχμαλωσίας που τον έχουν φέρει στο σημείο να βλέπει τα πάντα αλλιώτικα.

Μαζί του ανακαλύπτουμε κι εμείς τη συναρπαστική κρυφή ζωή του ξενοδοχείου, γνωρίζουμε πλάσματα παράξενα, αλλόκοτα, συγκινητικά ή τρομακτικά. Οι πελάτες του είναι άνθρωποι ταραγμένοι, ανήμποροι να βρουν την ηρεμία που λαχταρούν κι έχουν ανάγκη, ονειρεύονται μόνο την ανακούφιση από τις αφόρητες εντάσεις της ζωής τους. Και μαζί με τους ντόπιους περιμένουν κάποιον πλούσιο από την Αμερική, γεννημένο σ’αυτήν την πόλη. Οι φήμες λένε πως δεν θ’ αργήσει να έρθει και να δώσει λύση σε όλα τα προβλήματα. Η κατάσταση εκτονώνεται με τη βία και το χάος.

Το Hotel Savoy, όπου η πολυτέλεια και η χλιδή των πρώτων ορόφων έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μιζέρια των τελευταίων, είναι ένα ολοφάνερο σύμβολο: «Το Hotel Savoy, με τα εφτά του πατώματα, τον χρυσό του θυρεό και τον πορτιέρη με τη στολή, φαντάζει στα μάτια μου πιο ευρωπαϊκό απ’ όλα τ’ άλλα ξενοδοχεία της Ανατολής. […] Σαν τον κόσμο ήταν αυτό το Hotel Savoy: απ’ έξω έλαμπε, άστραφτε μεγαλόπρεπο με τα εφτά του πατώματα, αλλά στα ψηλά του κρυβόταν η φτώχεια, αυτοί που ζούσαν στους πάνω ορόφους ήταν στην πραγματικότητα χαμηλά, πολύ χαμηλά, θαμμένοι σε αέρινους τάφους· κι οι τάφοι ήταν σε στρώματα πάνω από τα άνετα δωμάτια των καλοφαγωμένων ενοίκων, που κάθονταν κάτω, ήσυχοι και βολεμένοι, δίχως να ενοχλούνται από τα φέρετρα τα στοιβαγμένα στα τελευταία πατώματα.»

Γιόζεφ Ροτ

13.95

Πριν πολλά χρόνια ζούσε στο Τσούχνοβο ένας άντρας ονόματι Μέντελ Σίνγκερ. Ήταν ευλαβικός, θεοσεβούμενος και συνηθισμένος, ένας Εβραίος σαν όλους…»

Έτσι ξεκινά ο Ροτ το μυθιστόρημά του για την απώλεια της πίστης και τα βάσανα του ανθρώπου. Ο σύγχρονος Ιώβ δοκιμάζεται στα γκέτο της τσαρικής Ρωσίας και ύστερα στους ανελέητους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ο Μέντελ Σίνγκερ χάνει την οικογένειά του, αρρωσταίνει βαριά και πέφτει θύμα σκληρής μεταχείρισης. Χρειάζεται ένα θαύμα…

Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τί είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δεν είμαι.

Πες μας, λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις!

Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!

Γιόζεφ Ροτ

13.95

Η κρύπτη των Καπουτσίνων, το μυθιστόρημα που συμπληρώνει το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, είναι μια μελαγχολική, συγκινητική ελεγεία για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Εξιστορεί την ανέμελη ζωή ενός μέλους τρίτης γενιάς της περίφημης οικογένειας Τρόττα στα χρόνια πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, την ενθουσιώδη στράτευση και την άδοξη σύλληψή του και εξορία στην Σιβηρία, την απόδρασή του, την απώλεια των ψευδαισθήσεων για τα στρατιωτικά ιδεώδη, την επιστροφή του και την αποστράτευσή του. Σε μια μεταπολεμική Βιέννη που μαστίζεται από οικονομική κρίση, όπου οι παλιές οικογένειες έχουν χάσει όλα τα προνόμιά τους, ο Τρόττα προσπαθεί να αναβιώσει  έναν προβληματικό γάμο και να συμβιβαστεί με τη σκληρή και περίπλοκη κοινωνική πραγματικότητα της Βιέννης, καθώς εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ναζιστικής ωμότητας που καταφθάνει απειλητικά.

Το τέλος είναι μια γυμνή αυτοπροσωπογραφία του Γιόζεφ Ροτ. Δεν είναι το πρόσωπο ενός μυθιστορηματικού ήρωα σε κάποια φανταστική κατάσταση. Είναι το συναίσθημα στο οποίο ο Ροτ δίνει φωνή in propria persona σε όλα τα γραπτά του εκείνης της εποχής: η ατμόσφαιρα της οριστικής κατάρρευσης και της απελπισίας, όπως βιώνεται κι εκφράζεται στα κείμενά του του 1935 με 1938.

Γιόζεφ Ροτ

20.90

Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ θεωρείται το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γερμανικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Παρακολουθεί τις τύχες τριών γενεών της οικογένειας Τρόττα, που εργάζονται στην υπηρεσία του στέμματος: ο πρώτος Τρόττα είναι ένας απλός Σλοβένος στρατιώτης που ανέρχεται κοινωνικά στην κατώτερη αριστοκρατία, χάρη σε μια ηρωική πράξη στο ομιχλώδες πεδίο της μάχης του Σολφερίνο, όπου σώζει τη ζωή του αυτοκράτορα της Αυστρίας· ο δεύτερος είναι ένας ανώτερος κρατικός υπάλληλος· ο τρίτος είναι αξιωματικός του στρατού, που βλέπει τη ζωή του να περιπίπτει στην αφάνεια, μαζί με την αίγλη  των Αψβούργων, και τελικά πεθαίνει στον πόλεμο, χωρίς να αφήσει πίσω στους απογόνους.

Η πορεία των Τρόττα αντανακλά την πορεία της ιδίας της αυτοκρατορίας. Το ιδανικό της ανιδιοτελούς προσφοράς, που είναι κυρίαρχο στον μεσαίο από τους Τρόττα, κλονίζεται στον γιο του, όχι επειδή η αυτοκρατορία έχει αντικειμενικά πάρει στραβό δρόμο, αλλά επειδή υπάρχει μια αλλαγή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα που καθιστά αναπότρεπτη την εγκατάλειψη του παλιού ιδεαλισμού (και αυτή ακριβώς η αλλαγή στην ατμόσφαιρα αποτελεί το σημείο εκκίνησης για την ανατομή της παλιάς Αυστρίας στο βιβλίο του Robert Musil Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες). Μέσα σε τρεις γενιές, η αυτοκρατορική εύνοια θα μεταμορφωθεί σε μια ανίατη κατάρα… Ένα μεγαλειώδες ρέκβιεμ για την παρακμή της αυστροουγγρικής μοναρχίας.