Βλέπετε 13–24 απο 28 αποτέλεσματα

Ξένη λογοτεχνία

Ο θρύλος του Αγίου Πότη

Γιόζεφ Ροτ

9.28

«Η διαθήκη μου». Έτσι ονόμαζε ο Γιόζεφ Ροτ αυτό το τελευταίο του αφήγημα, που προφητεύει ποιητικά, μέσω της θαυμαστής ιστορίας του Παρισινού κλοσάρ, τον ίδιο του το θάνατο, με συγκλονιστική συνέπεια, εύθυμη άνεση και απαράμιλλη στυλιστική δεξιοτεχνία.

Ο Θρύλος του αγίου πότη δημοσιεύτηκε το 1939, τη χρονιά που πέθανε ο συγγραφέας. Σαν τον Αντρέας, τον ήρωα της ιστορίας, ο Ροτ πέθανε από τη μεγάλη κατανάλωση του αλκοόλ στο Παρίσι, αλλά το παρόν αφήγημα δεν αποτελεί αυτοβιογραφική αφήγηση. Είναι ένα κοσμικό θαυμαστό παραμύθι, στο οποίο ο πλάνητας Αντρέας, αφού έχει ζήσει κάτω από τις γέφυρες, γίνεται αποδέκτης μιας σειράς τυχερών γεγονότων που τον οδηγούν ξαφνικά σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο ύπαρξης. Η νουβέλα είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένη, αυστηρή, ανατρεπτική και παιγνιώδης ταυτόχρονα, παρ’ όλο το μελαγχολικό θέμα της.

Ο συγγραφέας και πότης Γιόζεφ Ροτ, επειδή το φάσμα του επερχόμενου πολέμου τού στερούσε κάθε διάθεση να ζήσει και να επιζήσει, κατάφερε μ’ αυτό το έργο του να υψώσει εν ζωή ακόμα ένα έξοχο μνημείο αυτοειρωνείας. επιείκειας και καρτερίας.

Ξένη λογοτεχνία

Hotel Savoy

Γιόζεφ Ροτ

12.08

O Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει φτάσει στο τέλος του. Η απέραντη Ρωσία ελευθερώνει τους αιχμαλώτους της, που συγκεντρώνονται (κάθε μέρα και περισσότεροι) στην ανατολική μεθόριο της Ευρώπης. Ο συγγραφέας μας οδηγεί σε μια απ’αυτές τις μικρές πόλεις, που τόσο καλά γνωρίζει, της οποίας το όνομα ο αναγνώστης δεν μαθαίνει. Ο Γκάμπριελ Ντάν, στρατιώτης του αυστριακού στρατού, επιστρέφει από κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία: γοητευμένος από το πελώριο Hotel Savoy, πιάνει εκεί δωμάτιο. Ο ιδιοκτήτης του απουσιάζει. Ο νέος άντρας γρήγορα πείθεται πως έχει ανακαλύψει μέσα στους ορόφους του ξενοδοχείου έναν καινούργιο κόσμο. Είναι μάλλον τα πολλά χρόνια του πολέμου και της αιχμαλωσίας που τον έχουν φέρει στο σημείο να βλέπει τα πάντα αλλιώτικα.

Μαζί του ανακαλύπτουμε κι εμείς τη συναρπαστική κρυφή ζωή του ξενοδοχείου, γνωρίζουμε πλάσματα παράξενα, αλλόκοτα, συγκινητικά ή τρομακτικά. Οι πελάτες του είναι άνθρωποι ταραγμένοι, ανήμποροι να βρουν την ηρεμία που λαχταρούν κι έχουν ανάγκη, ονειρεύονται μόνο την ανακούφιση από τις αφόρητες εντάσεις της ζωής τους. Και μαζί με τους ντόπιους περιμένουν κάποιον πλούσιο από την Αμερική, γεννημένο σ’αυτήν την πόλη. Οι φήμες λένε πως δεν θ’ αργήσει να έρθει και να δώσει λύση σε όλα τα προβλήματα. Η κατάσταση εκτονώνεται με τη βία και το χάος.

Το Hotel Savoy, όπου η πολυτέλεια και η χλιδή των πρώτων ορόφων έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μιζέρια των τελευταίων, είναι ένα ολοφάνερο σύμβολο: «Το Hotel Savoy, με τα εφτά του πατώματα, τον χρυσό του θυρεό και τον πορτιέρη με τη στολή, φαντάζει στα μάτια μου πιο ευρωπαϊκό απ’ όλα τ’ άλλα ξενοδοχεία της Ανατολής. […] Σαν τον κόσμο ήταν αυτό το Hotel Savoy: απ’ έξω έλαμπε, άστραφτε μεγαλόπρεπο με τα εφτά του πατώματα, αλλά στα ψηλά του κρυβόταν η φτώχεια, αυτοί που ζούσαν στους πάνω ορόφους ήταν στην πραγματικότητα χαμηλά, πολύ χαμηλά, θαμμένοι σε αέρινους τάφους· κι οι τάφοι ήταν σε στρώματα πάνω από τα άνετα δωμάτια των καλοφαγωμένων ενοίκων, που κάθονταν κάτω, ήσυχοι και βολεμένοι, δίχως να ενοχλούνται από τα φέρετρα τα στοιβαγμένα στα τελευταία πατώματα.»

Γιόζεφ Ροτ

13.95

Πριν πολλά χρόνια ζούσε στο Τσούχνοβο ένας άντρας ονόματι Μέντελ Σίνγκερ. Ήταν ευλαβικός, θεοσεβούμενος και συνηθισμένος, ένας Εβραίος σαν όλους…»

Έτσι ξεκινά ο Ροτ το μυθιστόρημά του για την απώλεια της πίστης και τα βάσανα του ανθρώπου. Ο σύγχρονος Ιώβ δοκιμάζεται στα γκέτο της τσαρικής Ρωσίας και ύστερα στους ανελέητους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ο Μέντελ Σίνγκερ χάνει την οικογένειά του, αρρωσταίνει βαριά και πέφτει θύμα σκληρής μεταχείρισης. Χρειάζεται ένα θαύμα…

Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τί είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δεν είμαι.

Πες μας, λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις!

Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!

Ξένη λογοτεχνία

Η κρύπτη των Καπουτσίνων

Γιόζεφ Ροτ

13.95

Η κρύπτη των Καπουτσίνων, το μυθιστόρημα που συμπληρώνει το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, είναι μια μελαγχολική, συγκινητική ελεγεία για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Εξιστορεί την ανέμελη ζωή ενός μέλους τρίτης γενιάς της περίφημης οικογένειας Τρόττα στα χρόνια πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, την ενθουσιώδη στράτευση και την άδοξη σύλληψή του και εξορία στην Σιβηρία, την απόδρασή του, την απώλεια των ψευδαισθήσεων για τα στρατιωτικά ιδεώδη, την επιστροφή του και την αποστράτευσή του. Σε μια μεταπολεμική Βιέννη που μαστίζεται από οικονομική κρίση, όπου οι παλιές οικογένειες έχουν χάσει όλα τα προνόμιά τους, ο Τρόττα προσπαθεί να αναβιώσει  έναν προβληματικό γάμο και να συμβιβαστεί με τη σκληρή και περίπλοκη κοινωνική πραγματικότητα της Βιέννης, καθώς εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ναζιστικής ωμότητας που καταφθάνει απειλητικά.

Το τέλος είναι μια γυμνή αυτοπροσωπογραφία του Γιόζεφ Ροτ. Δεν είναι το πρόσωπο ενός μυθιστορηματικού ήρωα σε κάποια φανταστική κατάσταση. Είναι το συναίσθημα στο οποίο ο Ροτ δίνει φωνή in propria persona σε όλα τα γραπτά του εκείνης της εποχής: η ατμόσφαιρα της οριστικής κατάρρευσης και της απελπισίας, όπως βιώνεται κι εκφράζεται στα κείμενά του του 1935 με 1938.

Γιόζεφ Ροτ

20.90

Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ θεωρείται το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γερμανικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Παρακολουθεί τις τύχες τριών γενεών της οικογένειας Τρόττα, που εργάζονται στην υπηρεσία του στέμματος: ο πρώτος Τρόττα είναι ένας απλός Σλοβένος στρατιώτης που ανέρχεται κοινωνικά στην κατώτερη αριστοκρατία, χάρη σε μια ηρωική πράξη στο ομιχλώδες πεδίο της μάχης του Σολφερίνο, όπου σώζει τη ζωή του αυτοκράτορα της Αυστρίας· ο δεύτερος είναι ένας ανώτερος κρατικός υπάλληλος· ο τρίτος είναι αξιωματικός του στρατού, που βλέπει τη ζωή του να περιπίπτει στην αφάνεια, μαζί με την αίγλη  των Αψβούργων, και τελικά πεθαίνει στον πόλεμο, χωρίς να αφήσει πίσω στους απογόνους.

Η πορεία των Τρόττα αντανακλά την πορεία της ιδίας της αυτοκρατορίας. Το ιδανικό της ανιδιοτελούς προσφοράς, που είναι κυρίαρχο στον μεσαίο από τους Τρόττα, κλονίζεται στον γιο του, όχι επειδή η αυτοκρατορία έχει αντικειμενικά πάρει στραβό δρόμο, αλλά επειδή υπάρχει μια αλλαγή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα που καθιστά αναπότρεπτη την εγκατάλειψη του παλιού ιδεαλισμού (και αυτή ακριβώς η αλλαγή στην ατμόσφαιρα αποτελεί το σημείο εκκίνησης για την ανατομή της παλιάς Αυστρίας στο βιβλίο του Robert Musil Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες). Μέσα σε τρεις γενιές, η αυτοκρατορική εύνοια θα μεταμορφωθεί σε μια ανίατη κατάρα… Ένα μεγαλειώδες ρέκβιεμ για την παρακμή της αυστροουγγρικής μοναρχίας.

Όλιβερ Σακς

15.75

Ακόμη και μετά τον θάνατο του, το 2015, ο επιστήμων και αφηγητής Όλιβερ Σακς συνεχίζει να εμπλουτίζει τον κόσμο της επιστήμης και της λογοτεχνίας με γοητευτικές και διεισδυτικές μελέτες του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Σ’ αυτό το βιβλίο ο Σακς ξαναβρίσκει το ρυθμό και την απλότητα που χαρακτηρίζει το πολυδιαβασμένο Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του μ’ ένα καπέλο. Συγκλονιστικό σύγγραμμα νευροψυχολογίας και νευρολογίας της συμπεριφοράς, γραμμένο με τη σοφία και την απλότητα του ύστερου ύφους των μεγάλων δημιουργών, με ελάχιστες υποσημειώσεις, «ένα βιβλίο υπαρξιακό και προσωπικό, μια γεμάτη ενσυναίσθηση διείσδυση στην εμπειρία και στον κόσμο του κάθε αρρώστου». Πραγματική κλινική λογοτεχνία ή «ρομαντική επιστήμη», όπως την ονόμαζε ο Λούρια, που την εισήγαγε προτού την κάνει τόσο δημοφιλή ο Σακς.

Ο συγγραφέας δεν διστάζει σε κάποια κείμενά του να γίνει αυτοβιογραφικός και λυρικός με τον θαυμαστό τρόπο που περιέγραψε τους λονδρέζικους κήπους Κιου Γκάρντενς στο Νησί των τυφλών στα χρώματα. Είναι συνεχείς οι αναφορές του στη λογοτεχνία –με τον Μπέκετ, τον Προύστ, τον Ντοστογιέφσκι– και στη φιλοσοφία και τη διανόηση – με τον Βίττγκενσταϊν, τον Καντ, τον Χόμπς, τον Ντεκάρτ, τον Άινσταϊν κ.α.

To Κάθε πράγμα στη θέση του είναι ένας πολύ πιο προσωπικός στοχασμός για τα ατελείωτα πράγματα που ενθουσίαζαν τον συγγραφέα σ’ όλη τη ζωή του : από τις φτέρες, την κολύμβηση και τις σουπιές έως τις ιστορίες περιπτώσεων που διερευνούν τη σχιζοφρένεια, την άνοια και τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Πανηγυρισμός της εμπειρίας του ανθρώπου και ταυτόχρονα φαντασμαγορική ματιά σ’ ένα μυαλό μόνιμα γοητευμένο από τον κόσμο γύρω του, το Κάθε πράγμα στη θέση του συναρπάζει τους αναγνώστες με τη χαρακτηριστική ενσυναίσθηση, την πολυμάθεια και την πάντοτε λαμπρή γραφή του Όλιβερ Σακς.

19.90

Ιδού το κλασικό βιβλίο του Μπράντμπερι που έχει γράψει ιστορία, έχει εμπνεύσει ταινίες και συγγραφείς και θεωρείται σημείο-αναφοράς για την εξέλιξη του science fiction (αν και ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να κατηγοριοποιηθεί ως συγγραφέας συγκεκριμένου είδους). Πρόκειται για τις ιστορίες που απαρτίζουν τον Εικονογραφημένο Άνθρωπο, χαραγμένες σε ένα κατάστικτο σώμα, ορισμένες να μείνουν για πάντα ανεξίτηλα δεμένες με την ανθρώπινη φύση που δεν κατάφερε ποτέ να τις αποχωριστεί. Θα συνοδεύουν, άλλωστε, για πάντα τον «εικονογραφημένο άνθρωπο», που είναι καταδικασμένος να τις βλέπει να ξαναζωντανεύουν στα μάτια του, όπου και αν κοιτάζει.

Έτσι, το κατάστικτο σώμα γίνεται ένας ονειρικός, αλλά συνάμα εφιαλτικός τόπος, ένα αέναο χαοτικό μπορχεσιανό σύμπαν ‒δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μπόρχες αγαπούσε πολύ τον Μπράντμπερι‒ απ’ όπου ξετυλίγονται αφηγήσεις σπαρακτικές και τρομακτικές για διαστημικά ταξίδια, αστροναύτες, το τέλος του κόσμου και παράξενες οικογένειες.

Το βιβλίο θεωρείται πλέον κλασικό και έχει εμπνεύσει θρυλικά άλμπουμ όπως το «Dark side of the moon» των Pink Floyd αλλά και τραγούδια όπως το «Rocket Man» του Έλτον Τζον. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα πάντα, σε μετάφραση Βασίλη Δουβίτσα, όπως και το θρυλικό Φαρενάιτ 451 αλλά και το Πέθανε ο σκύλος, κατά τ’ άλλα, όλα καλά.

Εμίλ Ζιττυά

11.61

“Έχω μια σχεδόν νοσηρή μανία να συλλέγω ντοκουμέντα για διαφορετικές πτυχές της καθημερινής ζωής. Έτσι πολλές φορές προέκυψαν παράξενα ρεπορτάζ. Από το 1939 έως το 1945, συνήθιζα να ρωτάω κάθε λογής άνθρωπο -παιδιά, γέρους, εργάτες, χωρικούς, διανοούμενους- τι όνειρα έβλεπε. Αυτή η αδιάκριτη έρευνα, που δεν ήταν ψυχαναλυτική, σκοπό είχε να ανακαλύψει τι σκέφτονταν οι άνθρωποι του πολέμου και της Αντίστασης την ώρα που κοιμόντουσαν. Οι εικόνες που συνέλεξα συγκροτούν ένα άλλου είδους πολεμικό μυθιστόρημα”. (Εμίλ Ζιττυά)

Στη διάρκεια ενός πολέμου βλέπουμε στον ύπνο μας τον πόλεμο· ο Ζιττυά λέει ο ίδιος στον πρόλογό του ότι προσπάθησε να μάθει με ποιον τρόπο ο πόλεμος τρύπωνε στον ύπνο των ανθρώπων. Παρά ταύτα, απέφυγε εσκεμμένα οποιαδήποτε ερμηνεία, είτε ψυχολογική είτε κοινωνιολογική. Σημείωνε ό,τι του αφηγούνταν όσο πιο πιστά μπορούσε, ποντάροντας στην ευγλωττία της ακατέργαστης καταγραφής – που ήταν ήδη η καταγραφή μιας καταγραφής, η αφήγηση μιας αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό: Διαθέτει υψηλή υφολογική ομοιογένεια και συνάμα μεγάλη ποικιλία επιτονισμών και συναισθηματικών αποχρώσεων. […] Ερμηνεία δεν υπάρχει, αλλά κάθε όνειρο συνοδεύεται από μια σύντομη παρουσίαση του ονειρευόμενου, και οι λακωνικές “εικονογραφήσεις” δεν είναι ό,τι πια ευτελές έχει να προσφέρει αυτό το βιβλίο.
Πότε ακριβώς το έγραψε; Στην ορμή των γεγονότων, στη διάρκεια της Κατοχής; Ή αργότερα, βασιζόμενος στις σημειώσεις του; Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι κυκλοφόρησε το 1963, έναν χρόνο πριν από το θάνατό του.
Πριν δρασκελίσετε το κατώφλι αυτού του μοναδικού και ιδιότυπου βιβλίου, ορίστε, για το δρόμο, μια δεύτερη μαρτυρία ενός συγχρόνου του Εμίλ Ζιττυά: “Περπατούσε με βήμα σχολιαρόπαιδου και είχε το βλέμμα πειρατή. Τον κοίταζα από το πλάι, αυτό τον φανφάρα, αυτό το μονοκόμματο μπουλντόγκ, αυτή τη σγουρομάλλα καμήλα της ερήμου, αυτό τον πολύχρωμο παπαγάλο με το σακίδιο. Φορούσε στολή ναύτη. Η αναπνοή του μύριζε θάλασσα. Έγραφε πάνω σε βρόμικες σελίδες. Δεν ήταν άνθρωπος, αλλά δάσος χιλίων δέντρων”. (Εμμανουέλ Καρρέρ)

Γιοάν Σαπουτό

13.05

O ΡΑΪΝΧΑΡΤ ΧΕΝ (1904-2000) αποτελεί το αρχέτυπο του διανοούμενου τεχνοκράτη στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ. Ο νομικός αυτός ήταν γνωστός για τις ριζοσπαστικές του θέσεις, καθώς υποστήριζε τη σταδιακή κατάργηση του Κράτους και την αντικατάστασή του από μία «κοινότητα» η οποία καθοριζόταν από τη φυλή και τον «ζωτικό χώρο» της. Ως ανώτερος γραφειοκράτης των Ες Ες –με τη λήξη του πολέμου κατέχει το βαθμό του Oberführer (στρατηγού)– συμβάλλει στην ανάπτυξη της ναζιστικής θεωρίας μελετώντας την προσαρμογή των θεσμών για το επερχόμενο Μεγάλο Ράιχ : Ποιές δομές και ποιές μεταρρυθμίσεις θα ήταν απαραίτητες ;

Μετά τον πόλεμο, ως πολίτης πλέον, ιδρύει στο Μπαντ Χάρτσμπουργκ μια σχολή διοίκησης επιχειρήσεων από την οποία, τις επόμενες δεκαετίες, θα περάσει η οικονομική και διοικητική ελίτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας : περίπου 600.000 στελέχη των μεγαλύτερων γερμανικών εταιρειών, δίχως να συμψηφίσουμε τους 100.000 που παρακολούθησαν προγράμματα εξ αποστάσεως, διδάχθηκαν, χάρη στα σεμινάριά του και τα εγχειρίδια που εξέδιδε τακτικά, πώς να διοικούν το «ανθρώπινο δυναμικό» ή πιο συγκεκριμένα την ιεραρχική οργάνωση στόχων, για την επίτευξη των οποίων ήταν ελεύθερος ο παραγωγός να επιλέγει τα μέσα. Την ίδια πολιτική, δηλαδή, που ακολούθησε το Τρίτο Ράιχ για να επανοπλιστεί, να οδηγήσει στη λιμοκτονία τους σλαβικούς πληθυσμούς των ανατολικών χωρών και να εξολοθρεύσει τους Εβραίους.

Με την πάροδο της δεκαετίας του 1980, άλλες μέθοδοι ήρθαν στο προσκήνιο (όπως η λιγότερο ιεραρχική ιαπωνική, για παράδειγμα ). Όμως ο ναζισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των θεωριών διοίκησης και ήταν μία από τις βάσεις του σύγχρονου μάνατζμεντ.

Ποίηση

Κωμωδία

Γιάννης Στίγκας, Νικόλας Ευαντινός

12.60
99 και ένα ποιήματα. Τί είναι αυτό το βιβλίο; Patchwork; Μεταμφιεσμένο λεξικό; Καλειδοσκόπιο για παιδιά που μεγάλωσαν; Τα αραδιασμένα εξαρτήματα μιας Χρονομηχανής; Ένα είναι σίγουρο. Εδώ προβάλλεται μια χειρονομία που κυριολεκτεί : Δηλώνει την ωμότητα της αγάπης. Έτσι εξηγείται και η δαντική μηχανική του βιβλίου. Πώς δηλαδή μαθαίνει κανείς να βαδίζει κατακόρυφα. Προς τα κάτω και προς τα πάνω.
Κωμωδία καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί μαζί της με την ευχή να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Γιατί αν σε κάτι πιστεύει το εν λόγω βιβλίο είναι στη δύναμη του καθρέφτη.
Οι Στίγκας και Ευαντινός, με συν-θέσεις και αντιθέσεις, με θωπείες και ραπίσματα, με καλοτροχισμένη ειρωνεία, με ψυχραιμία και χιούμορ, κυρίως, με μια βαθιά έγνοια για την ανθρώπινη μοίρα, αναλαμβάνουν να μας οδηγήσουν ώς τον Παράδεισο. Ίσως και λίγο μακρύτερα.
Προσφορά!

Νίκος Καββαδίας

19.90 15.92

Νέα σημαντικά στοιχεία για τον Νίκο Καββαδία έρχονται στην επιφάνεια σαραντατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ύστερα από πολύχρονη έρευνα του δημοσιογράφου και μελετητή Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζεται ένας τόμος με ανέκδοτο και αθησαύριστο έργο, άγνωστες συνεντεύξεις του ποιητή, τον ναυτικό του φάκελο, τα καράβια που ταξίδεψε, ανέκδοτη αλληλογραφία, σπάνιες μαρτυρίες, χειρόγραφα και αρχειακά έγγραφα, αδημοσίευτες φωτογραφίες, τη σχέση του με τον Γιώργο Σεφέρη και άλλα ευρήματα με επεξηγηματικά κείμενα.

Η έκδοση αυτή επαναπροσδιορίζει την ανάγνωση και τη μελέτη γύρω από τον «Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων», ο οποίος παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους και πιο διαβασμένους Έλληνες ποιητές.

Ο μυστηριώδης ανθρωπογεωγραφικός κόσμος του Κόλια, όπως τον έλεγαν οι φίλοι, γίνεται ακόμα πιο συναρπαστικός, με σταθερό φόντο τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς «στην πλάτη της θαλάσσης», όπου μόνη συντροφιά ήταν ο ήχος των μορσικών σημάτων.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Η κόλαση της Τρεμπλίνκα

Βασίλι Γκρόσμαν

11.05

Ακόμα και να διαβάζεις κάτι τέτοιο είναι ανείπωτα δύσκολο. Ας με πιστέψουν οι αναγνώστες, μου είναι εξίσου δύσκολο να το γράφω. Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: “Για ποιο λόγο να τα γράφουμε, για ποιο λόγο να το θυμίζουμε όλ’ αυτά;”
Το χρέος του συγγραφέα είναι να διηγείται τη φρικτή αλήθεια, το χρέος του πολίτη-αναγνώστη είναι να τη γνωρίζει. Όποιος στρέψει το βλέμμα από την άλλη, όποιος κλείσει τα μάτια και προσπεράσει, θα προσβάλει τη μνήμη των νεκρών.

Το κείμενο “Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα” του Βασίλι Γκρόσσμαν είναι η πρώτη μαρτυρία στον κόσμο για στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο συγγραφέας είναι πολεμικός ανταποκριτής του ρωσικού στρατού που φτάνει στην Τρεμπλίνκα το καλοκαίρι του 1944. Ο Γκρόσσμαν προσπαθεί να περιγράψει στην Κόλαση της Τρεμπλίνκα το αδύνατο να ειπωθεί. Αγγίζει τα όρια της γραφής.

Εξετάζοντας τα αφηγηματικά χαρακτηριστικά της Κόλασης της Τρεμπλίνκα που καλούνται να υπογραμμίσουν το πρωτόγνωρο και ανίερο της εξόντωσης χιλιάδων ανθρώπων, παρατηρεί κανείς ότι οι πληροφορίες ξεδιπλώνονται σιγά σιγά, διαδοχικά, παράλληλα με την πορεία θανάτου των πρωταγωνιστών αυτής της τρομακτικής αφήγησης. Ξεκινώντας από το ήρεμο, ειδυλλιακό τοπίο του πευκόφυτου, “πληκτικού”, καθώς λέει ο αφηγητής, τοπίου της πολωνικής επαρχίας, η πληροφόρηση του αναγνώστη ακολουθεί σαν σε κάποιου είδους θρίλλερ τη σταδιακή αποκάλυψη και συνειδητοποίηση της πραγματικότητας σε μια μαρτυρική διαδρομή προς το θάνατο και συγχρόνως προς την αλήθεια.

Στην Κόλαση της Τρεμπλίνκα ο Γκρόσσμαν παρατηρεί με ενάργεια και φρικιάζει με τη μεθοδικότητα και την οργάνωση της μαζικής δολοφονίας, την οποία παρομοιάζει επανειλημμένως με βιομηχανία: Πρόκειται, τονίζει, για το στρατόπεδο ως εργοστάσιο παραγωγής θανάτου, για “σφαγείο-ιμάντα παραγωγής”.

Με τον τίτλο ήδη του κειμένου του, ο Γκρόσσμαν αναφέρεται στην Τρεμπλίνκα ως “κόλαση” μιλώντας για “κύκλους” σε μια σαφή σύνδεση με την Κόλαση του Δάντη: “Ας περιηγηθούμε λοιπόν στους κύκλους της κόλασης της Τρεμπλίνκα”. Λίγο αργότερα αυτή ακριβώς τη μετωνυμία θα χρησιμοποιήσει και ο Πρίμο Λέβι.