Βλέπετε 1–15 από 42 αποτελέσματα

Τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς 2025

Αν Μπροντέ

Ήμουν κάποτε τρελά ερωτευμένη, με έναν έρωτα ανόητο, ήμουν ξετρελαμένη, προσκολλημένη σ’ εκείνον παρά την αναξιότητά του, μα πάει τώρα – συντρίφθηκε αυτός ο έρωτας ολοκληρωτικά και μαράθηκε . και το οφείλει αποκλειστικά στον εαυτό του και στα πάθη του.

[…] Τι σκηνή ήταν αυτή! Μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν καταδικασμένη να ανέχομαι τέτοιες προσβολές κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου, […] και μάλιστα από εκείνους που απέδιδαν στον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό «κύριος»; Και μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν ικανή να αποκρούσω τις προσβολές τους με τόση σταθερότητα και θάρρος; Τέτοια αντοχή μάς τη διδάσκει μόνο η σκληρή εμπειρία και η απόγνωση.

Η Ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, κύκνειο άσμα τής πρόωρα χαμένης Αν Μπροντέ, το έργο της οποίας επισκιάστηκε από την επιτυχία των αδελφών της, Σάρλοτ και Έμιλι, είναι ένα πρωτο-φεμινιστικό έργο για τις έμφυλες σχέσεις στη βικτωριανή Αγγλία. Οξυδερκές ψυχολογικό μυθιστόρημα, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο της «αντισυμβατικής» ηρωίδας και μιας πλειάδας χαρακτήρων (όπως του ναρκισσιστή συζύγου), που υπερβαίνουν την εποχή και τις κοινωνικές συνθήκες. Η ρομαντικών καταβολών συγγραφέας συνειδητά φιλοτεχνεί αυτά τα πορτρέτα με νατουραλιστική ακρίβεια και με μέσα που αργότερα θα αξιοποιούσε ο μοντερνισμός.

28.00

Θωμάς Κοροβίνης

Το ΓΡAΜΜΑ ΣΤOΝ AΔΕΛΦO ΓΙΩΡΓΟ IΩΑΝΝΟΥ ΠΟY ΛΕΙΠΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤHΝ ΓΚΛΑΒΑΝH είναι ανοιχτή επιστολή και παράλληλα τιμητική αναφορά του Θωμά Κοροβίνη, ενός από τους επιγόνους του, στην προσωπικότητα και στο έργο του εμβληματικού ιδιοσυγκρασιακού δημιουργού που άφησε το ισχυρό αποτύπωμά του (τη «στάμπα» του, όπως θα ’λεγε ο ίδιος) στα γράμματά μας. Έχοντας συνομιλήσει μοναδικά με αντιπροσωπευτικές πτυχές του παλίμψηστου της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας του πρόσφατου παρελθόντος, ο Ιωάννου, σαράντα χρόνια μετά το χαμό του, παραμένει με το πολυσχιδές έργο του εξαιρετικός διαχρονικός ανθρωπογνώστης και δάσκαλος της ζωής.

10.50

Ξένη λογοτεχνία

Η καρδιά το καταχείμωνο

Κέβιν Μπάρρυ

Αφήνοντας πίσω έναν απατημένο σύζυγο, μια πανσιόν τυλιγμένη στις φλόγες και μια πόλη να συζητά αναστατωμένη τη φυγή τους, ο Τομ Ρουρκ και η Πόλλυ Γκιλλέσπυ ξεκινούν με ένα κλεμμένο άλογο να ζήσουν τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους, μέσα στα χιονισμένα δάση και τα έρημα βουνά της Μοντάνα, σε ένα σκηνικό έρωτα, λυρισμού, συγκίνησης και βίας. Οι κυνηγοί όμως που τους πήραν στο κατόπι, δεν είναι μακριά, κι ένα λάθος μόνο αρκεί για να στερήσει για πάντα τον έναν από τον άλλο.

«Ο Μπάρρυ έχει γράψει μια ιστορία αγάπης που δεν γίνεται ποτέ ψεύτικη ή φτηνή, και μια περιπέτεια όπου η βία δεν μοιάζει ποτέ χαιρέκακη ή απευαισθητοποιημένη. Είναι ένας συνδυασμός Κόρμακ Μακάρθυ και Φλανν Ο’Μπράιεν· ένα γουέστερν που είναι όμως και ένα απόλυτα ιρλανδικό μυθιστόρημα· μια τραγωδία γραμμένη σαν φάρσα».
—The Guardian

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Νεκρά κορίτσια

Σέλβα Αλµάδα

Μετά την επιτυχία των Ο άνεμος που σαρώνει και Δεν είναι ποτάμι, η διεθνώς αναγνωρισμένη Αργεντίνα συγγραφέας Σέλβα Αλμάδα εστιάζει σε ένα φλέγον ζήτημα της εποχής μας, το ζήτημα της έμφυλης βίας. Μια ιστορία που αποκαλύπτει τις σκοτεινές πτυχές μιας κοινωνίας που σιωπά.

Τρεις έφηβες δολοφονημένες στην επαρχία της Αργεντινής τη δεκαετία του 1980. Τρεις ατιμώρητοι θάνατοι όταν ακόμη η λέξη «γυναικοκτονία» μας ήταν άγνωστη.
Τρεις δολοφονίες ανάμεσα στις εκατοντάδες που δεν φτάνουν ποτέ στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Τρεις θάνατοι χωρίς ενόχους.

Η λιτή, διαυγής πρόζα της Αλμάδα φέρνει στο επίκεντρο τρεις νεαρές γυναίκες που παύουν να είναι νεκρά κορίτσια και γίνονται ζωντανά πλάσματα. Κορίτσια που σπούδασαν ή ήταν περήφανα για τη δουλειά τους, κορίτσια που ήταν καλές κόρες, τρυφερές αδερφές, ικανές μητέρες. Κορίτσια που αγαπούσαν τους φίλους τους, που γελούσαν, χόρευαν και ονειρεύονταν, ώσπου κόπηκε αναπάντεχα το νήμα της ζωής τους.

Η διεθνώς αναγνωρισμένη Αργεντινή συγγραφέας Σέλβα Αλμάδα βουτάει στην καρδιά του προβλήματος ως απάντηση στην επείγουσα ανάγκη να εστιάσουμε σε ένα σοβαρό ζήτημα της εποχής μας.

Ένα μυθιστόρημα υπαγορευμένο από μια αίσθηση θυμού που σιγοβράζει κάτω από κάθε σελίδα.

14.40

Φλάννερυ Ο'Κόννορ

Στην πιο διάσημη συλλογή διηγημάτων της, η Ο’Κόννορ, με το γκροτέσκο χιούμορ και το αδυσώπητο βλέμμα της, διερευνά τις ηθικές, πνευματικές και ψυχικές ανισορροπίες της μεταπολεμικής Αμερικής: μια οικογενειακή εκδρομή με απρόβλεπτα βίαιη κατάληξη, ένας φαινομενικά αθώος πωλητής Βίβλων, μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη, ένας βετεράνος που βυθίζεται στην άνοια, ένας πρόσφυγας που ανατρέπει τις ταξικές και φυλετικές ισορροπίες σε ένα αγρόκτημα. Η ρευστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ύπουλη εισβολή της τεχνολογίας, η μάταιη αναζήτηση της πίστης, η διάρρηξη των ταυτοτήτων και της οικογένειας, οι έμφυλες και φυλετικές εντάσεις, η συνύπαρξη του ειρωνικού με το τραγικό, κάνουν τη βαθιά Αμερική της Ο’Κόννορ έναν τόπο που μοιάζει πολύ με τον δικό μας.

15.50

Ξένη λογοτεχνία

Νεαρά τομάρια

μπάρετ

Το Γκλάνμπεϊ δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη, αλλά οι επιθυμίες, οι απογοητεύσεις και οι ατυχίες των κατοίκων αυτής της φανταστικής πόλης στην Κομητεία Μάγιο της Ιρλανδίας είναι πολύ γνώριμες. Νέοι με αβέβαιο μέλλον που βγάζουν τα προς το ζην απασχολούμενοι σε άχαρες και κακοπληρωμένες δουλειές (μπράβοι σε νυχτερινά κέντρα, βενζινοπώλες, επιστάτες) κακοποιοί, ανεπάγγελτοι έμποροι ναρκωτικών, αγόρια που παρασύρονται και παγιδεύονται σε έναν κόσμο όπου μόνες διέξοδοι είναι το αλκοόλ, το σεξ και η βία, πρωταγωνιστούν στα επτά διηγήματα που συνθέτουν το βιβλίο. Οι ιστορίες αυτές, όπως έγραψε η συγγραφέας Anne Enright, διαδραματίζονται μεν σε ένα οικείο συναισθηματικό τοπίο, αλλά τελειώνουν με έναν τρόπο εντελώς καινούργιο· «αποπνέουν θλίψη και προοιωνίζονται το κακό, αλλά στην ουσία αποτελούν μια περιπέτεια στην τρυφερή τέχνη του απροσδόκητου». Με ύφος στιβαρό και επιβλητικό, τραχύ και ταυτόχρονα ποιητικό, «συναρπαστικό και στιλιστικά περιπετειώδες», όπως σημειώνει ο Colm Tóibín, ο Κόλιν Μπάρετ αποτυπώνει στιγμές όπου, σύμφωνα με τους New York Times, «τα πράγματα πηγαίνουν πολύ άσχημα για τους χαρακτήρες του, αλλά το κάνει με συμπόνια, χιούμορ και μοναδική μαεστρία».

17.50

Γιώργος Μητρόπουλος

Όταν, σε επιστολή που του έστειλε, ο απελεύθερος Ήλιος τού έγραψε ότι τα θέματα της Ρώμης καθιστούν αναγκαία την παρουσία του, ο Νέρωνας του απάντησε από την Ελλάδα: «Αν και αυτή είναι η συμβουλή σου, και η ευχή σου είναι να επιστρέψω γρήγορα, θα έπρεπε μάλλον να με συμβουλεύεις και να εύχεσαι να επιστρέψω αντάξιος του Νέρωνα».

Το βιβλίο αποσκοπεί κυρίως στο να φωτίσει τη δράση ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα που η αλληλεπίδρασή του με τον ελλαδικό χώρο υπήρξε έντονη και ιδιαίτερη. Διαβόητος στο ευρύ κοινό ως παράφρων και εμπρηστής της Ρώμης, ο Νέρωνας έχει δημιουργήσει τον δικό του μύθο, που μέχρι σήμερα επιβάλλεται στα ιστορικά γεγονότα και τα επικαλύπτει. Το βιβλίο επανεξετάζει τη σύνδεση του αυτοκράτορα με την Ελλάδα (ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας) και το ταξίδι του εκεί, το οποίο χαρακτηρίστηκε από γεγονότα που σημάδεψαν την ηγεμονία του: Ο Νέρωνας συμμετείχε στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες ως κιθαρωδός, ηθοποιός, αρματηλάτης και κήρυκας. Επίσης, άρπαξε λαμπρά έργα τέχνης, αποπειράθηκε να διανοίξει τον Ισθμό της Κορίνθου και χάρισε την ελευθερία σε ολόκληρη την επαρχία· ενέργειες πρωτόγνωρες, αντιφατικές, που εξάπτουν την περιέργεια ως προς τα κίνητρα και τους σκοπούς τους. Μπορεί άραγε, πέρα από την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του αυτοκράτορα, η δραστηριότητα του Νέρωνα στην ελληνική περιοδεία του να ενταχθεί σε ένα συνεκτικό πλαίσιο ή τουλάχιστον να ερμηνευτεί λογικά;

22.00

Αχιλλέας Χεκίμογλου

Γιατί δεν μπορούμε να φτιάξουμε έναν σύγχρονο και ασφαλή σιδηρόδρομο; Γιατί αυτός χρεοκοπεί μία φορά σε κάθε γενιά, εδώ και 100 χρόνια; Γιατί οι σιδηρόδρομοί μας είναι μετέωροι, την ώρα που σε όλον τον πλανήτη θριαμβεύουν;

Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο που κρατάτε, μέσα από μία έρευνα που αναδεικνύει από τη λήθη τα αρχεία των συγκοινωνιών της Ελλάδας και φέρνει αποκαλύψεις, ξεχασμένες (ή και επιμελώς κρυμμένες), για δεκαετίες τώρα σε σκονισμένους φακέλους, φωτίζοντας την αθέατη πραγματική ιστορία του ελληνικού σιδηρόδρομου.

Πως γλίτωσαν από τη χρεοκοπία από οι Σιδηρόδρομοι του Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ); Τι σχέση είχε ο σιδηρόδρομος με τον λιγνίτη; Και τι δουλειά είχε το Γ’ Ράιχ με το Ελληνικό Υπουργείο Σιδηροδρόμων; Γιατί οι Γερμανοί τον κατέστρεψαν, αποχωρώντας από την Ελλάδα; Πως έγινε η συγκοινωνιακή ανασυγκρότηση με ελάχιστα κεφάλαια; Μήπως ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένας πόλεμος συγκοινωνιακός; Με τί τραβούσαν τα μαλλιά τους οι Αμερικανοί του Σχεδίου Μάρσαλ; Γιατί ο Καραμανλής έλεγε ότι το υπουργείο Μεταφορών ήταν το πιο φαύλο υπουργείο; Και πως μπλέχτηκαν οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες στον σιδηρόδρομο;

Γιατί κρατικοποιήθηκαν τα ιδιωτικά, σιδηροδρομικά δίκτυα; Τι δουλειά είχαν οι στρατηγοί του ΙΔΕΑ στις συγκοινωνίες; Γιατί το κράτος επένδυε δυσανάλογα στο αυτοκίνητο; Και τελικά γιατί οι σιδηρόδρομοι της Ελλάδας παραμένουν έως και σήμερα «αιχμάλωτοι» στις ράγες; Τις απαντήσεις, τις κρατάτε στα χέρια σας!

21.99

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου

Σχεδόν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, βλέπω ακόμη τον Ε.Χ. Γονατά να ψάχνει έντρομος στη μεγάλη δερμάτινη τσάντα που πάντα κουβαλούσε, θαρρείς σαν γιατρός, για να βρει το πολύτιμο εργαλείο που θα τον βοηθούσε καλύτερα στην εξερεύνηση του κόσμου: τα γυαλιά του, ένα κολλύριο για τα μάτια, μια φωτοτυπία, ένα απόκομμα εφημερίδας, τα κλειδιά του. Ήταν σαν να προσπαθούσε να θεραπεύσει την αντιφατική και ανησυχητική φύση της πραγματικότητας με ένα ελάχιστο αλλά αναγκαίο «τίποτε», κρυμμένο καλά, μέσα στο μυστικό και ανεξέλεγκτο στριφογύρισμα του χρόνου – ένας γιατρός της ψυχής μας; Ίσως.

Οι κριτικοί της γενιάς του τον είπαν «ονειροποιό», «παραδοξογράφο», «ερημίτη της Κηφισιάς», «αυτοεξόριστο στο εργαστήρι του». Μόνο μετά το 1980 το έργο του άρχισε να γίνεται γνωστό, να συζητιέται, να εμπνέει τους νεότερους, να αποκτά φανατικούς αναγνώστες, να βρίσκει μαθητές, να διασκευάζεται για το θέατρο. Γιατί δεν είναι μυστικό ότι εκείνος ανέδειξε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τις αρετές και τη μαγεία της λεγόμενης «μικρής φόρμας», της λογοτεχνικής μινιατούρας. Αυτό το επέτυχε καλλιεργώντας συνειδητά μια πρόζα με ποιητική εμβέλεια. Η πρόζα αυτή, ιδιόμορφη και ανήσυχη, συγγενεύει με το παραδοξογράφημα, τη φανταστική λογοτεχνία, τη «νουβέλα θαυμασίων πράξεων», το «merveilleux» του Μπρετόν, την ονειρική αφήγηση, και έχει προσλάβει τη μορφή της σύντομης και παράξενης ιστορίας.

Tο βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται από παλιότερα. Γεννήθηκε στα χρόνια της φιλίας μου με τον Γονατά, που κράτησε από τη γνωριμία μας το 1980 μέχρι τον θάνατό του. Ένα πρώτο υλικό σχηματίστηκε όταν δίδαξα το έργο του στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και των πρωτοποριακών κινημάτων στον Τομέα Φιλολογίας του ΑΠΘ. Η τελική μορφή είναι αποτέλεσμα εντατικής προσπάθειας των τελευταίων χρόνων.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθεί τη ζωή και την πνευματική διαμόρφωση του συγγραφέα μέσα από το έργο και την αλληλογραφία του, τη σχέση με τους δασκάλους του, ιδιαίτερα τον Νίκο Εγγονόπουλο, και με τους φίλους του Γιώργο Κοτζιούλα, Γιώργο Μακρή, Μίλτο Σαχτούρη, Δημήτρη Παπαδίτσα, Νίκο Καχτίτση, Αλέξη Ακριθάκη.
Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει «Σημειώματα», στα οποία επανέρχομαι πιο διεξοδικά στους αγαπημένους του συγγραφείς και φίλους και σε ζητήματα-κλειδιά του έργου του.
Φ. Α.

Ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-2006) δημοσίευσε το 1945 το πρώτο βιβλίο του, το αιρετικό και στοχαστικό πεζογράφημα Ο Ταξιδιώτης, σε ηλικία 20 χρονών, και συνέχισε με ποιητικά και πεζά κείμενα, την Κρύπτη (1959) και το Βάραθρο (1963). Όμως δεν τον περιέλαβαν σε καμιά ανθολογία ποίησης ή πεζογραφίας από αυτές που κυκλοφόρησαν μέχρι τη δεκαετία του ’70.
Υπήρξε ολιγογράφος και για μεγάλο διάστημα έδρασε στο περιθώριο της λογοτεχνικής ζωής. Μετά το 1980 δημοσίευσε τα βιβλία Ο φιλόξενος καρδινάλιος, Η προετοιμασία και οι Τρεις δεκάρες. Τόσο με τα βιβλία του όσο και με τη σύνολη και σχετικά αφανή δραστηριότητά του –την έκδοση του περιοδικού Πρώτη Ύλη σε δύο τεύχη, του 1959 και του 1961, τις εξαιρετικές μεταφράσεις του του Ιβάν Γκολ, του Κόλριτζ, του Φλομπέρ, του Λίχτενμπεργκ, του Αντόνιο Πόρτσια, κι ακόμη την επίμοχθη προσπάθεια χάρη στην οποία μας έκανε γνωστά τα Γραπτά του Γιώργου Μακρή–, ο Ε.Χ. Γονατάς έδωσε ένα διαφορετικό στίγμα αντίληψης για τη λογοτεχνία σε κρίσιμους καιρούς.

Στο εξώφυλλο: Ο Ε.Χ. Γονατάς, φωτογραφημένος από τον ανιψιό του Λάμπρο Βαλλερά, στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

19.90

Γεωργία Συριοπούλου

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το νέο βιβλίο της Γεωργίας Συριοπούλου Μπρέτσια* (περί της συγκολλητικής διάθεσης). Η Μπρέτσια είναι μια συλλογή αφηγήσεων μικρής φόρμας που συνδυάζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αναστοχασμούς, κοινωνικές παρατηρήσεις και φανταστικές εικόνες. Εναλλάσσονται με λήμματα εγκυκλοπαιδικής φύσης και μικρά ποιητικά αποσπάσματα.

Στη Μπρέτσια, αποτυπώνεται μια εμπειρία δομημένη από θραύσματα μνήμης, εικόνων

και προσωπικών ιστοριών. Μέσα από σύντομες ιστορίες, η Συριοπούλου συνθέτει μια αστική ποιητική που εξερευνά θέματα όπως η περιθωριοποίηση, η αγάπη, η αρχιτεκτονική και οι ανθρώπινες σχέσεις, η συνάφεια, η ατομική και κοινωνική ταυτότητα, η φύση και το τεχνούργημα, ο έρωτας και η απώλεια.

Η συγγραφέας εισχωρεί με το δεύτερο βιβλίο της σε έναν κόσμο όπου σώμα, φύση και

φθορά αξεχώριστα, συμπιέζονται μέσα στο χώρο από την εμπειρία της μετάβασης- μετακίνησης. Το κείμενο εμφανίζεται όπως το ομώνυμο πέτρωμα: σπασμένα κομμάτια αρθρωμένα σε μια νέα, συμπαγή ενότητα. Το σώμα δεν είναι μόνο ανθρώπινο· είναι οργανικό, γεωλογικό, υλικό. Πληγές, δυσμορφίες, διάβρωση, παραμορφώσεις περιγράφονται με ωμή σαφήνεια, ενώ η φύση —οι πέτρες, τα φυτά, τα βιολογικά κατάλοιπα— λειτουργεί όχι ως διακόσμηση αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι από τη φθορά· ανήκει σε αυτήν. Το αστικό τοπίο συγκρούεται με τη μνήμη της φύσης. Η μνήμη της ύλης απολιθώνεται σε μορφή ταξινομήσεων. Η Συριοπούλου χρησιμοποιεί τη λειτουργία του ασήμαντου με τις ίδιες εμμονές που συναντάμε και στις Bagatelles της οδού Αλκαμένους (εκδ. Μετρονόμος, 2024), για να μιλήσει για το δημόσιο και το κοινό.

*Η Μπρέτσια (Breccia) είναι πέτρωμα που αποτελείται από μεγάλα γωνιώδη θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων που συγκολλούνται μεταξύ τους από λεπτόκοκκο υλικό.

15.90

Ελληνική λογοτεχνία

Ο καιρός των κρυστάλλων

Ελένη Στελλάτου

Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)

17.70

Ελληνική λογοτεχνία

Μη γράφετε Αρθούρος

Νάσια Διονυσίου

Ποιος είναι ο μυστηριώδης Γάλλος ο οποίος, στις αρχές της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, βρίσκεται στο Τρόοδος και αναστατώνει μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή των Άγγλων αριστοκρατών, των εργατών, των χωρικών, των αξιωματικών και των ζαπτιέδων, του νεαρού που έφερνε τα γράμματα; Επιμελής στη δουλειά του, λάτρης της γνώσης και της εξέλιξης, γητευτής ανδρών και γυναικών, μποέμ-αλήτης-πεζοπόρος, παραμελημένο παιδί, κυνικός φιλοχρήματος τυχοδιώκτης, βίαιος δολοφόνος, ένας κολασμένος, ένας οραματιστής; Ή μήπως κάποιος που, εκείνοι που συνάντησε, ίσως και να μην τον είδαν; Και ποιος είναι ο ποιητής που συντάραξε συθέμελα τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση, ο «έφηβος Σαίξπηρ», όπως τον χαρακτήρισε ο Ουγκώ, ο «ποιητής της εξέγερσης, και μάλιστα ο σημαντικότερος όλων», όπως έγραψε ο Καμύ; Ποιος είναι τελικά ο Αρθούρος, ποιος ο Ρεμπώ και πώς το σύντομο πέρασμά του από την Κύπρο σηματοδοτεί το οριστικό πέρασμά του από την οργιώδη και έξω από κάθε σύμβαση και όριο ποιητική του δημιουργία στην απόλυτη και ανεξήγητη σιωπή του; Μεταπλάθοντας, ελεύθερα και δημιουργικά, περισσότερο ή λιγότερο εκτενή αποσπάσματα από το ποιητικό έργο και τις επιστολές του, και ενσωματώνοντάς τα οργανικά στο σώμα της λογοτεχνικής γραφής, η συγγραφέας σκιαγραφεί ένα νέο πορτρέτο του Αρθούρου Ρεμπώ, ενώ παράλληλα παρουσιάζει την Κύπρο στο μεταίχμιο δύο ιστορικών της περιόδων, αφενός μέσα από την αποικιοκρατική ματιά των Άγγλων και αφετέρου μέσα από την άχρονη φωνή του ίδιου του βουνού του Τροόδους, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του νησιού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.00

Ελληνική λογοτεχνία

Κατάδικος

Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο Θεοτόκης δίκαια θεωρείται εισηγητής του ελληνικού κοινωνικού μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίστηκε αριστούργημα, παίρνοντας θέση πλάι στα μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι. Στον Κατάδικο, ένας έντιμος άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τραγική ιστορία πάθους και αδικίας. Πάνω από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, διατηρεί αμείωτη τη δύναμή του και εξακολουθεί να συναρπάζει – επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του αξία στην ελληνική λογοτεχνία.

12.00

Κυριάκος Χαρίτος

“Αύριο αναχωρώ για την έρημο, μάνα.
Πρέπει να χάσω τον κόσμο ώστε να μπορώ να μιλάω εξ ονόματός του.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή για να δικαιούμαι να έχω φωνή.
Θα γυρίσω όταν μπορέσω.”

Είκοσι έξι γράμματα χαμένα για αιώνες.
Ήρθαν στο φως πριν λίγα χρόνια, αν και η γνησιότητά τους αμφισβητήθηκε.
Καταγράφουν θραυσματικά την πορεία ενός ανθρώπου στον κόσμο.
Τις σκέψεις και όσα ένιωσε.
Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κούραση, γαλήνη.
Πιο πολύ το θαύμα.
Την αγάπη.

9.90

Ελληνική λογοτεχνία

Η εγγαστρίμυθη φάλαινα

Χρήστος Αστερίου

Μία νουβέλα και έξι διηγήματα για τη δύναμη της εκδίκησης, την πολιτική παράνοια, τις βαλτωμένες ζωές που ζητούν διέξοδο, για την αίσθηση του καθήκοντος αλλά και για το μεγαλείο της έβδομης τέχνης.

Οι δίδυμες αδερφές Αβεγιάρδο αφηγούνται την ιστορία της ζωής τους στο Ορίμπε, ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, όπου συρρέουν ιδιόρρυθμοι καλλιτέχνες, τεχνίτες και επιστήμονες κάθε λογής. Ποια σχέση έχει μαζί τους ο ιερωμένος που βρίσκεται σε αναζήτηση της «Εγγαστρίμυθης φάλαινας»;

Με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάσει το κόκκινο εσώρουχο του Αρχηγού τους πολίτες μιας δυστοπικής κοινωνίας;

Πώς διαχειρίζεται τη φυγή της συζύγου του ένας διανοούμενος της Ανατολικής Γερμανίας πριν και μετά την πτώση του βερολινέζικου τείχους;

Γιατί δεν επιστρέφει από το έρημο ορεινό χωριό το ζευγάρι που εγκατέλειψε την πόλη λόγω του αφόρητου καύσωνα;

Τι σκέφτεται μια γυναίκα καθισμένη πίσω απ’ το τζάμι του σταθμού διοδίων και πώς παρουσιάζει ένας κριτικός την αριστουργηματική «Απογραφή», το πλέον παραγνωρισμένο φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου;

11.90