Το Γκλάνμπεϊ δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη, αλλά οι επιθυμίες, οι απογοητεύσεις και οι ατυχίες των κατοίκων αυτής της φανταστικής πόλης στην Κομητεία Μάγιο της Ιρλανδίας είναι πολύ γνώριμες. Νέοι με αβέβαιο μέλλον που βγάζουν τα προς το ζην απασχολούμενοι σε άχαρες και κακοπληρωμένες δουλειές (μπράβοι σε νυχτερινά κέντρα, βενζινοπώλες, επιστάτες) κακοποιοί, ανεπάγγελτοι έμποροι ναρκωτικών, αγόρια που παρασύρονται και παγιδεύονται σε έναν κόσμο όπου μόνες διέξοδοι είναι το αλκοόλ, το σεξ και η βία, πρωταγωνιστούν στα επτά διηγήματα που συνθέτουν το βιβλίο. Οι ιστορίες αυτές, όπως έγραψε η συγγραφέας Anne Enright, διαδραματίζονται μεν σε ένα οικείο συναισθηματικό τοπίο, αλλά τελειώνουν με έναν τρόπο εντελώς καινούργιο· «αποπνέουν θλίψη και προοιωνίζονται το κακό, αλλά στην ουσία αποτελούν μια περιπέτεια στην τρυφερή τέχνη του απροσδόκητου». Με ύφος στιβαρό και επιβλητικό, τραχύ και ταυτόχρονα ποιητικό, «συναρπαστικό και στιλιστικά περιπετειώδες», όπως σημειώνει ο Colm Tóibín, ο Κόλιν Μπάρετ αποτυπώνει στιγμές όπου, σύμφωνα με τους New York Times, «τα πράγματα πηγαίνουν πολύ άσχημα για τους χαρακτήρες του, αλλά το κάνει με συμπόνια, χιούμορ και μοναδική μαεστρία».
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




