Προβολή όλων των 10 αποτελεσμάτων

Ματιάς Ενάρ

22.50

Για τις ανάγκες της διδακτορικής του διατριβής σχετικά με το τι σημαίνει να ζεις στην ύπαιθρο τον 21ο αιώνα, ο φοιτητής Εθνολογίας Νταβίντ Μαζόν εγκαταλείπει το Παρίσι και μετακομίζει σε ένα λιτό χωριό της γαλλικής επαρχίας. Εγκατεστημένος στο αγρόκτημα της Ματίλντ και του Γκαρύ, και γρήγορα εξοπλισμένος με ένα μηχανάκι, χρήσιμο για τη διεξαγωγή των ερευνών του, ο νεοφερμένος αρχίζει να κρατά ημερολόγιο, καταγράφοντας μικρά γεγονότα και τοπικά έθιμα, αποφασισμένος να ορίσει και να αποτυπώσει την πεμπτουσία της αγροτικής ζωής. Για να βυθιστεί καλύτερα στο πνεύμα του τόπου, ο Νταβίντ γίνεται συχνός επισκέπτης του Καφέ των Ψαράδων και του πληθωρικού δημάρχου Μαρσιάλ, ο οποίος ως ο ιδιοκτήτης του τοπικού γραφείου κηδειών είναι ο αμφιτρύωνας του ετήσιου Συμποσίου της Συντεχνίας των Νεκροθαφτών, μιας γιγαντιαίας τριήμερης γιορτής κατά τη διάρκεια της οποίας ο Θάνατος δίνει μια ανάπαυλα ώστε οι νεκροθάφτες —και οι αναγνώστες— να διασκεδάσουν χωρίς ενδοιασμούς.

Σε μια μυθική αφθονία φαγητού, σπονδών και λέξεων, σε ένα αδιάκοπο μπρος πίσω μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, ακολουθώντας τις ιδιοτροπίες του Τροχού του Χρόνου στον οποίο ο Θάνατος ανασταίνει τις ψυχές που αιχμαλωτίζει, ο συγγραφέας της Πυξίδας (Βραβείο Goncourt 2015) αποκαλύπτει τον λαϊκό πολιτισμό σε όλο το βάθος του, επιστρατεύοντας τη μυθολογία, τη λογοτεχνία, την πολιτική και την επιστήμη για να ζωογονήσουν με τους χυμούς τους μια αφήγηση γεμάτη οίστρο, ιλαρότητα και χιούμορ.

Ελληνική λογοτεχνία

R.I.F., ο θάνατος στο φέισμπουκ

Μαρία Γιαγιάννου

13.00

Ο θάνατος, η γραφή και το κοινωνικό δίκτυο φτιάχνουν τη θεματική πλεξίδα του R.I.F. (Rest In Facebook). Όταν ο χρήστης εγκαταλείπει τα εγκόσμια, τι συμβαίνει με την ψηφιακή του παρουσία; Τι κουστούμι φοράει ο θάνατος στο Ίντερνετ; Γιατί κοινοποιούμε το πένθος μας; Είναι η γραφή μια αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης; Μήπως τελικά θα ζήσουμε για πάντα;

Το R.I.F. είναι ένα πολυμορφικό πεζό, που αναμειγνύει τη μυθοπλασία με το δοκίμιο και τη σάτιρα με το επιτάφιο επίγραμμα. Μια στοχαστική περιπέτεια σπασμένη σε μικρότερες αυτοδύναμες παρατηρήσεις πάνω στην επιδραστικότητα του κυρίαρχου social medium της καθημερινότητάς μας. Κάθε τόσο ο αναγνώστης ξεκουράζεται πάνω από τους (επινοημένους) τύμβους ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή και τους άδραξε το ψηφιακό νεκροταφείο. Δώδεκα συν ένα επιγράμματα παρεμβάλλονται στην αφήγηση και παρουσιάζουν στον διαβάτη της ανάγνωσης τις αντίστοιχες φανταστικές προσωπικότητες που, αν και πέθαναν, συνεχίζουν να ζουν.

Κυριάκος Χαρίτος

11.70

Κι αν ο θάνατος χτυπάει οκτάωρο;
Κι αν έχει προβλήματα στη δουλειά;
Κι αν περιμένει αργίες, λαχταρά προαγωγές, τρέμει απολύσεις;
Κι αν γυρίζει σπίτι κουρασμένος μονάχα με την ελπίδα
ενός ήσυχου Σαββατοκύριακου;

Παλινδρομώντας μεταξύ σοβαρότητας και γκροτέσκου, επιστημονισμού και ιδεοληψίας, ποίησης και γλωσσικής αμηχανίας η Μικρή Εγκυκλοπαίδεια του Θανάτου τολμά να αναρωτηθεί. Επιχειρεί να απαντήσει.Ένα λογοτεχνικό φυτολόγιο του τέλους.Μια διασκεδαστική γεμάτη απορίες “θανατολόγηση”.Ένα γλωσσικό εκθετήριο γεμάτο διαφορετικά πορτρέτα του ίδιου προσώπου.

Κοινωνιολογία

Η δική μας ασθένεια

Τίμοθι Σνάϊντερ

14.40

Στις 29 Δεκεμβρίου του 2019, ο σπουδαίος Αμερικανός ιστορικός Τίμοθυ Σνόιντερ αρρώστησε σοβαρά. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, σε διανοητική σύγχυση, περίμενε επί ώρες στα επείγοντα περιστατικό προτού διαγνωστεί το πρόβλημά του και μπει εσπευσμένα στο χειρουργείο. Τις επόμενες μέρες, καθώς το πρώτο φως της καινούργιας χρονιάς έμπαινε από το παράθυρό του και η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή, άρχισε να σκέφτεται το ιδιαίτερα κρίσιμο και εύθραυστο ζήτημα της υγείας, “που δεν αναγνωρίζεται στην Αμερική ως ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά χωρίς την οποία όλα τα δικαιώματα και οι ελευθερίες δεν έχουν νόημα”, όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Κι αυτό ήταν πριν από την πανδημία. Έκτοτε παρακολουθήσαμε τα αμερικανικά νοσοκομεία, υποστελεχωμένα και ανεπαρκώς εφοδιασμένα, να λυγίζουν κάτω από τα αλλεπάλληλα κύματα των προσβεβλημένων από τον κορονοϊό ασθενών. Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε τα πράγματα χειρότερα, ποντάροντας στην παραπληροφόρηση και προσβλέποντας στην κερδοσκοπία. Το σύστημα της “εμπορευματοποιημένης” ιατρικής, όπως χαρακτηρίζει ο Σνάιντερ το ιδιωτικό σύστημα υγείας, απέτυχε παταγωδώς.

“Η δική μας ασθένεια” είναι μια κραυγή αγωνίας. Εξετάζοντας μερικές από τις πιο σκοτεινές στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας και της προσωπικής του εμπειρίας, ο Σνάιντερ δεν αναζητά απλώς μια διέξοδο από την “υγειονομική κακοδαιμονία” της Αμερικής, αλλά και εξηγεί πώς μπορεί να ανασταλεί ο εκπεσμός της υγείας σε ένα σύστημα που αποσκοπεί αποκλειστικά στο κέρδος και να ανακτήσει το ανθρωποκεντρικό του περιεχόμενο. Η υγεία είναι ζήτημα δημοκρατίας, υπογραμμίζει ο Σνάιντερ. Μόνο αν κατοχυρώσουμε την υγειονομική περίθαλψη ως ανθρώπινο δικαίωμα, ανυψώνοντας το κύρος των γιατρών και αναγνωρίζοντας την ιατρική γνώση ως καθοδηγητική αρχή, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ελεύθερη και πραγματικά δημοκρατική κοινωνία.

Μαριαλένα Σπυροπούλου

10.80

Το ίχνος της απώλειας, της αντοχής και της εγκαρτέρισης σφραγίζουν τα ποιήματα της Μαριαλένας Σπυροπούλου. Η ποιήτρια αποτυπώνει με σπαρακτική ειλικρίνεια το γυναικείο βίωμα, μετουσιώνει τα «θέλω του κόσμου» σε ποιητική τροφή, σε σάρκα της γλώσσας.

 

Ξένη λογοτεχνία

Βράδυ στον παράδεισο

Λουσία Μπερλίν

18.00

Η συλλογή διηγημάτων Οδηγίες για οικιακές βοηθούς (πρώτη έκδοση στα ελληνικά 2018) σύστησε στο διεθνές κοινό, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, μια σπουδαία συγγραφέα που είχε αδίκως περιπέσει στη λήθη. Το “Βράδυ στον Παράδεισο”, η δεύτερη συλλογή της Λουσία Μπερλίν, επιβεβαιώνει τη θέση της στο πάνθεον των αμερικανικών γραμμάτων, ισάξια ενός Ρέιμοντ Κάρβερ και μιας Άλις Μονρό.

Τα είκοσι δύο διηγήματα του βιβλίου παρασύρουν τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στα μέρη όπου έζησε η συγγραφέας, στο Τέξας, στη Χιλή, στη Νέα Υόρκη, στο Μεξικό, του συστήνουν τους πιο ετερόκλιτους ανθρώπινους τύπους, από μουσικούς και ζωγράφους μέχρι εμπόρους ναρκωτικών και από ανήσυχους εφήβους μέχρι θρύλους του θεάματος, όπως ο Τζον Χιούστον, η Άβα Γκάρντνερ και η Λιζ Τέιλορ. Όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν περιγράφει, η Μπερλίν καταγράφει τη μοναξιά των ανθρώπων, αποκαλύπτει την ομορφιά πίσω από την ασχήμια και πάντα διακρίνει την ελπίδα μέσα στο σκοτάδι.

Κάποιοι από τους ήρωές της παλεύουν με τη φήμη, άλλοι με τη μονοτονία μιας αβάσταχτης, πληκτικής καθημερινότητας, άλλοι με τις στερήσεις μιας μποέμικης ζωής. Στη ρίζα τους αυτοβιογραφικά, τα διηγήματά της μεταπλάθουν με φαντασία και τρυφερότητα μια ζωή που σημαδεύτηκε από συνεχείς μετακινήσεις, απανωτές συναισθηματικές ανατροπές και υπαρξιακές αναζητήσεις. Το λεπτό της χιούμορ γίνεται ένα όχημα υπέρβασης κάθε δοκιμασίας, μια ανασκαφική σκαπάνη που φέρνει στην επιφάνεια τα μικρά θαύματα κάθε ζωής, τα οποία η κομψή της πένα μετατρέπει σε λογοτεχνικά διαμάντια.

Ξένη λογοτεχνία

Η άγρια Ίρις

Λουίζ Γκλικ

13.50

“Στο τέλος του μαρτυρίου μου
υπήρχε μία πόρτα.
Άκουσέ με: αυτό που ονομάζεις θάνατο
το θυμάμαι” (Από το ποίημα “Η άγρια ίρις”)

Η παραβολή και ο μύθος είναι παρόντα σε όλη την έκταση της ποίησης της Λουίζ Γκλικ, μιας ποίησης που υπερβαίνει τη γυναικεία εμπειρία, μεταμορφώνοντας τη σε ένα απλό ίχνος, ένα εννοιακό σημάδι που μένει να διερευνηθεί, να αμφισβητηθεί και να ερμηνευτεί. Ιδιαίτερα στη συλλογή Η άγρια ίρις, το στοιχείο της παραβολής προσδίδει στον κήπο -τον φανταστικό χώρο μέσα στον οποίο αναπτύσσονται οι φωνές της ποιητικής σύνθεσης- βιβλική και μυθολογική χροιά.

Μέσα στον κήπο της κηπουρού (της ποιήτριας) διαδραματίζεται μια συνομιλία μεταξύ τριών “φωνών”; του Θεού ή ενός ανώτερου όντος, της ποιήτριας, και των φυτών και λουλουδιών. Η κηπουρός αναρωτιέται για το πεπερασμένο της ύπαρξής της, για τη φθορά των σχέσεων με τους άλλους, για τη διαρροή του νοήματος. Απευθύνεται στον Δημιουργό της, ζητώντας του κατά έναν τρόπο να αποκαλυφθεί, μέσα από προσευχές (ή αντι-προσευχές), τις οποίες η Γκλικ προσφυώς τιτλοφορεί “Όρθρους” και “Εσπερινούς”. Ο Θεός απευθύνεται στα δημιουργήματά του μέσα από ποιήματα που αναφέρονται σε μια στιγμή μέσα στην ημέρα (“Καθαρό πρωινό”), ή μέσα στο έτος (“Απρίλιος”), κάποτε ακόμη και σε μια μετεωρολογική συνθήκη (“Άνεμος που αποσύρεται”). Η φωνή των φυτών και των λουλουδιών, τα οποία εμφανίζονται στη σύνθεση με μια σειρά που αντιστοιχεί στον φυσικό κύκλο της ζωής τους, λειτουργεί αντιστικτικά προς τη συνομιλία Δημιουργού και κηπουρού, δημιουργώντας μια ορατοριακού χαρακτήρα πολυφωνία μέσω της οποίας σχολιάζεται η αέναη επανάληψη γέννησης, θανάτου και αναγέννησης – ο αδιάσπαστος κύκλος της ζωής.

Με μια γραφή που χρησιμοποιεί καθημερινή γλώσσα, η οποία, ωστόσο, μεταρσιώνεται μέσω της λεπτής επεξεργασίας του στίχου, των αιφνίδιων τομών, των εκλείψεων και των πολλαπλών βιβλικών και μυθολογικών αντηχήσεων στον πυρήνα των ποιημάτων, η Λουίζ Γκλικ μεταφέρει με ενάργεια την οξύτητα του οράματός της. Μια εξαιρετική ποιητική σύνθεση για τον καιρό της ανθοφορίας αλλά και του μαρασμού, που αποτυπώνει αριστοτεχνικά την τραγική ομορφιά της ζωής, σε όλες τις μορφές της.

Ξένη λογοτεχνία

Καιρός

Τζένυ Οφίλ

14.79

Η Λίζι εργάζεται ως βιβλιοθηκάριος στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου στο οποίο κάποτε υπήρξε πολλά υποσχόμενη φοιτήτρια, ενώ παράλληλα μεγαλώνει τον γιο της Ιλάι και συμπαραστέκεται ψυχικά (κάποτε και οικονομικά) στον καταθλιπτικό αδελφό της και στη θρησκομανή, χήρα μητέρα της.

Όταν η παλιά της καθηγήτρια και παραγωγός της μελλοντολογικής ραδιοφωνικής εκπομπής «Ο κόσμος να χαλάσει» Σίλβια Λίλερ την προσλαμβάνει για να απαντά στα εκατοντάδες emails που λαμβάνει, η Λίζι βρίσκεται αντιμέτωπη με τα ανησυχητικά ερωτήματα των ετερόκλητων ακροατών της εκπομπής – σ’ ένα φάσμα που εκτείνεται από αριστερούς, οι οποίοι αγωνιούν για την κλιματική αλλαγή, έως τους δεξιούς, που φοβούνται τους μετανάστες και ανησυχούν για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Καθώς η Λίζι βυθίζεται σ’ αυτόν τον πολωμένο κόσμο και ενώ τα θεμέλια της οικογένειάς της κλονίζονται, διαπιστώνει ότι σταδιακά παγιδεύεται στην ψυχολογία της καταστροφής.

Αντλώντας από την οικολογία ως την μυστικιστική θεολογία και από την ψυχολογία ως την πολιτική και τον ακτιβισμό, η Jenny Offill δίνει ένα εξαιρετικά σύγχρονο μυθιστόρημα, έξυπνο, λυρικό, γραμμένο με βαθιά ενσυναίσθηση και ωμό χιούμορ.

Ξένη λογοτεχνία

Ο γατούλης πέθανε

Ξαβιέ Ντε Μουλέν

10.80

– Μπορεί μια γάτα να σου αλλάξει τη ζωή;
– Μπορεί να σου δείξει πώς να συνδέεσαι πιο ουσιαστικά με τον κόσμο γύρω σου;

Ναι, απαντά ανεπιφύλακτα ο Ξαβιέ Ντε Μουλέν. Η γάτα σού μαθαίνει να γεύεσαι κάθε στιγμή της καθημερινότητας, να βλέπεις και να απολαμβάνεις το θαύμα στα πιο μικρά πράγματα. Σου μαθαίνει την ανεξαρτησία, την αυτάρκεια, τον σεβασμό του άλλου, σου υποδεικνύει πώς “να αγαπάς εκτός συμβολαίου”. Δεν αναμειγνύει την αγάπη με τις ενοχές, δεν απογοητεύεται ποτέ, δεν περιμένει ανταπόδοση, δεν γνωρίζει τι θα πει ζήλια, δεν εκδικείται.

Στο άμεσο, απλό, συγκινημένο και συγκινητικό βιβλίο του Ντε Μουλέν μια οικογένεια που πενθεί τον θάνατο του γατούλη της ανακαλύπτει, πέρα από τη θλίψη, τα ανεκτίμητα μαθήματα που πήρε από τη συμβίωση με το γοητευτικό αυτό ζώο. Ένα δοξαστικό στις γάτες, γραμμένο με την ελευθερία και το στοχαστικό βάθος του γνωστού Γάλλου δημοσιογράφου. Το βιβλίο απέσπασε το 2020 το Λογοτεχνικό Βραβείο 30 MILLIONS D’AMIS, το οποίο θεωρείται το “Goncourt των ζώων”.

Ξένη λογοτεχνία

Πιστή και ενάρετη νύχτα

Λουίζ Γκλικ

13.50

Επιτέλους, η νύχτα με τύλιξε·
έπλεα πάνω της, ή, μάλλον μέσα της,
ή με μετέφερε μαζί της, όπως ο ποταμός μεταφέρει
μια βάρκα…

από το «Μεσάνυχτα»

Μπαίνεις στον κόσμο αυτού του μαγευτικού βιβλίου διαβαίνοντας μια από τις πολλές, ονειρικές του πύλες και κάθε φορά που μπαίνεις βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος αν και τα πάντα εκεί μέσα έχουν αναδιαταχθεί. Γυναίκα. Άντρας. Παιδί. Φως και σκοτάδι. Χρόνος άχρονος. Είναι μια ιστορία περιπέτειας, μια συνάντηση με το άγνωστο, το ατρόμητο ταξίδι ενός ιππότη στο βασίλειο του θανάτου· μια ιστορία του κόσμου που γνώριζες από πάντα, του πρώτου σου αναγνωστικού, του πρώτου παιδικού σου βιβλίου, μόνο που κάθε γνώριμη όψη του ανασκευάζεται και τρεμοφέγγει, σαν το περίγραμμα ενός ονείρου. Είναι μια ιστορία ενιαία, με μέρη, ωστόσο, μεταβλητά, αφηγηματικό πλαίσιο αινιγματικό, τόνο σπαρακτικό. Μια εξομολογητική, βαθιά προσωπική και ταυτόχρονα καθολική διαπραγμάτευση της απώλειας και του πένθους σε όλες τις μορφές τους. Η ποιητική συλλογή Πιστή και ενάρετη νύχτα απέσπασε το National Book Award 2014.

Συμπεριλαμβάνεται ένθετη η ομιλία της Λουίζ Γκλικ κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020.