Το ίχνος της απώλειας, της αντοχής και της εγκαρτέρισης σφραγίζουν τα ποιήματα της Μαριαλένας Σπυροπούλου. Η ποιήτρια αποτυπώνει με σπαρακτική ειλικρίνεια το γυναικείο βίωμα, μετουσιώνει τα «θέλω του κόσμου» σε ποιητική τροφή, σε σάρκα της γλώσσας.
Ποίηση
Ένας αντικομφορμιστής αυλικός ποιητής, αλάνι, μώμος και ηδονιστής, λανσάρει στο Μπεσίκτας του 16ου αιώνα θερμά λουτρά για αισθαντικούς. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπος με τη ζηλόφθονη οργή των άλλων χαμαμτζήδων που, με επικεφαλής τον πιο ελεεινό και κακεντρεχή ανάμεσά τους, το ‘χουνε βάλει πείσμα να τον γονατίσουν.
Κάθε μέρα τριάντα άσπρα, μήνες τέσσερις κι επιπλέον μια βδομάδα
σε μιστούς για οικοδόμους και την άλλη μαστοράντζα ξόδεψα.
Δεν το χόρτασα -και για τούτο φταίει εκείνων η προστυχιά-
το βλαστάρι μου το δόλιο η Μονιά των Λυγερών γώ τ’ ονόμασα.
Όμως τίποτα δεν πάει στράφι κι έτσι ευθύς το κληροδότησα αγαθή τη θύμησή του, σάμπως άσπιλη, να τηνε κρατήσω φρόντισα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ποίηση
Ρέκβιεμ/ Σελίδες αυτοβιογραφίας.
Οι βδομάδες αλαφριά πετάνε.
Τι συνέβη δεν καταλαβαίνω.
Πως στη φυλακή, γιόκα μου, εσένα
Οι λευκές οι νύχτες σε κοιτάζαν,
Όπως τώρα πάλι σε κοιτούν
Με μάτι γερακιού φλογερό
Και για ένα ψηλό σταυρό
Και για θάνατο μιλούν.
[Από την έκδοση]
Ποίηση
Μικρά άσματα για τις χαρές των νεαρών χορευτών
Την τέχνη του πορνείου ήξερε απ’ τα μικράτα
Ειδήμων στη μοιχεία με εραστές φουσάτα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ποίηση
Μια γαζέλα τοσηδά ξεστράτισε
Στου χωρού μας τα λημέρια παραστράτισε
Μια μικρή αγαπητικιά χώρισε απ’τον καλό της
Μ’ αναφιλητά πικρά μέρα νύχτα κλαίει.
Δική μου να την κάνω θέλησα, μα δεν μπόρεσα
Να την πιάσω πάσχισα, μα δεν το κατόρθωσα
Στ’ αλάνικο μπουλούκι μας τη μπεμπέκα ετούτη
Να τηνε τυλίξω θλιβερά ξαστόχησα.
Τί μαργιόλα, Θέ μου, τί τσακίστρα
Απ’ τα κορφολέμονά σου που λιμπίστηκα
Γιατρικό σκαρφίσου, αχ, βρε μαυρομάτα
Την πληγή στα στήθια μου κόπιασε να γιάνεις. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)