ΑΝΤΙΧΑΡΙΣΜΑ
σε χαιρετώ γιέ της Ηώς·
μου έκανες τη χάρη να σ’ ακούσω
Μέμνονα
να ‘ναι καλά οι Πιερίδες Μούσες –
χάρη σ’ εκείνες τραγουδώ η φιλαοιδός Δαμώ
τη χάρη επιστρέφοντας
θα ψέλνω με τη λύρα μου τη δόξα σου αιώνια.
Ποίηση
Ποιήματα αφοπλιστικής ειλικρίνειας και αιχμηρού χιούμορ, γραμμένα με πηγαίο πάθος και συγκινητική ευθύτητα. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γράφει για τον έρωτα, τη λαγνεία και την επιθυμία σε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε με σκληρότητα και κυνισμό, άλλοτε με ευαισθησία και τρυφερότητα, και σκιαγραφεί, έτσι, τις πολλαπλές εκδοχές του ερωτευμένου ανθρώπου. Τα ποιήματά του, διασκεδαστικά ή όχι, συχνά παιγνιώδη, μιλούν για τη γοητεία του μυστηριώδους και το σεξ, την απόρριψη ή την αποδοχή από το αντικείμενο του πόθου, τον εγωισμό και τον ναρκισσισμό του ερωτευμένου υποκειμένου και, εν τέλει, για τη λυτρωτική δύναμη του έρωτα. Ποιήματα αποκαλυπτικά για τον άνθρωπο και τον λογοτέχνη Μπουκόβσκι αναφέρεται σε αυτά στις ερωμένες και στους φίλους, μα και στην κόρη του και στη δουλειά του-, ο οποίος, με τον σπαρακτικά οικείο, στοχαστικό του τρόπο, ανάγει τον έρωτα σε πρίσμα υπό το οποίο βλέπει τον πλήρη ομορφιάς αλλά και αγριότητας κόσμο, καθώς και τη δική του ευάλωτη θέση σε αυτόν. Περνώ απ’ το ξενοδοχείο στις 8 και στις 5 στα σοκάκια έχει γάτες και μπουκάλια και αλήτες, και κοιτάζω ψηλά στο παράθυρο και σκέφτομαι, δεν ξέρω πια πού είσαι, και συνεχίζω τον δρόμο μου κι αναρωτιέμαι πού πηγαίνει η ζωή όταν σταματά. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ποίηση
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ είναι γραφτό σου ανεπανόρθωτα δικό σου εδώ και κει μουντζουρωμένο τόσο ανορθόγραφο όσο πεπρωμένο η στίξη αμείλικτη: τελεία και παύλα εκτός καιρού, μετέωρη η καύλα ό,τι παρέπεμπε στη δόξα των σωμάτων στέκει μακρά στήλη παροραμάτων [Από την έκδοση]
«Λοξές ματιές ο κόσμος θα μας ρίχνει όπου κι’ αν πάμε άλλοι με φτόνο κι άλλοι με καταφρόνια ποιος ξέρει πόσους η αγάπη μας να καίει σε πόσους θα θυμάει παλιά τους χρόνια». Οι Λοξές ματιές αποτελούν μια πρώτη προσπάθεια συγκέντρωσης και ανάδειξης υλικού για τον αντρικό ομοσεξουαλικό έρωτα και την αντρική ομοσεξουαλική επιθυμία στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός σχετικού αρχείου. Με χρονικό άνυσμα από το 1927 μέχρι και το 1978, το αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να διαβάσει κείμενα ποιητών που κινήθηκαν σε μια παράλληλη δοκιμασία ωρίμανσης τόσο του ομοερωτικού λόγου όσο και της ομοσεξουαλικής συνείδησης στην Ελλάδα, φανερώνοντας το πέρασμα από την απόκρυψη στην παρρησία. Τα ποιήματα των Βασίλη Λαμπρολέσβιου, Μίμη Λιμπεράκη και Γιώργου Γιαννίδη μπορεί να θυμίζουν κάτι από τα παλιά, συνθέτοντας ιστορίες, χώρους και πρακτικές που έχουν λησμονηθεί, συνεχίζουν να αποτελούν ωστόσο τεκμήρια μιας γενεαλογίας που οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ποίηση
Kαλώ τα έγκατα με πόνο σε καλώ δολοπλόκε εσύ που άλλοτε αρκούσε μια φωνή μου από μακριά με το πικρό μειδίαμα έσπευδες ποιός, έλεγες, σε αδικεί ποιον με τη βία θα σύρω έλα και πάλι εάν ποτέ και εγώ το ζοφερό μην αποστρέφεις βλέμμα σου έλα ξανά ιδεώδης αρωγός από τα ερέβη στην πλεκτάνη των σωμάτων [Από την έκδοση]
Ποίηση
“Αύριο αναχωρώ για την έρημο, μάνα.
Πρέπει να χάσω τον κόσμο ώστε να μπορώ να μιλάω εξ ονόματός του.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή για να δικαιούμαι να έχω φωνή.
Θα γυρίσω όταν μπορέσω.”
Είκοσι έξι γράμματα χαμένα για αιώνες.
Ήρθαν στο φως πριν λίγα χρόνια, αν και η γνησιότητά τους αμφισβητήθηκε.
Καταγράφουν θραυσματικά την πορεία ενός ανθρώπου στον κόσμο.
Τις σκέψεις και όσα ένιωσε.
Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κούραση, γαλήνη.
Πιο πολύ το θαύμα.
Την αγάπη.