Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




