Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)
Ρούνεϋ Σάλλυ
Πέρα από το γεγονός ότι είναι αδέλφια, ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχουν μεταξύ τους. Ο Πίτερ είναι δικηγόρος στο Δουβλίνο, γύρω στα τριάντα, επιτυχημένος, ικανός και φαινομενικά άτρωτος. Όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χρειάζεται υπνωτικά για να κοιμηθεί και πασχίζει να διαχειριστεί τη σχέση του με δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες – την παντοτινή πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, και τη Ναόμι, μια φοιτήτρια η οποία αντιμετωπίζει τη ζωή σαν μια μεγάλη φάρσα. Ο Ίβαν είναι επαγγελματίας σκακιστής, είκοσι δύο ετών. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικά αδέξιο, μοναχικό, το αντίθετο από τον γοητευτικό και δημοφιλή μεγαλύτερο αδελφό του. Διανύοντας τις πρώτες εβδομάδες του πένθους του, ο Ίβαν γνωρίζει τη Μάργκαρετ, γυναίκα μεγαλύτερή του σε ηλικία, που βγαίνει από το δικό της ταραχώδες παρελθόν, και οι ζωές τους συνδέονται ακαριαία και έντονα. Για τα αδέλφια που πενθούν και τους ανθρώπους που αγαπούν, η περίοδος αυτή είναι ένα μεσοδιάστημα, ένα ιντερμέδιο, μια περίοδος πόθου και απελπισίας, ανοιχτή σε κάθε πιθανότητα, μια ευκαιρία να ανακαλύψουν πόσα μπορεί να βαστάξει μια ζωή χωρίς να διαλυθεί…
Τζωρτζ Στάινερ
Ο Τζωρτζ Στάινερ, στο πρώτο του αυτό έργο, μελετά δύο αντιθετικές ιδιοσυγκρασίες, δύο ανταγωνιστικά λογοτεχνικά παραδείγματα και δύο αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες. Στο δίλημμα Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, η ουδετερότητα είναι ψευδής, αν όχι αδύνατη. Το έργο του Τολστόι εντάσσεται στην επική παράδοση, ενώ η τέχνη του Ντοστογιέφσκι ανάγεται στα θεμέλια της δραματικής σύλληψης του κόσμου. Ο Στάινερ διαβάζει αντιστικτικά τα σημαντικότερα έργα των δύο Ρώσων συγγραφέων και εξετάζει συστηματικά το ιστορικό, ιδεολογικό και λογοτεχνικό τους πλαίσιο.
Τζον Μπέρτζερ
«Όταν λείπεις, είσαι, παρ’ όλα αυτά, παρούσα για μένα. Αυτή η παρουσία είναι πολυδιάστατη: αποτελείται από αμέτρητες εικόνες, περάσματα, νοήματα, πράγματα γνώριμα, ορόσημα, ωστόσο το σύνολο παραμένει σημαδεμένο από την απουσία του, καθώς είναι διάχυτη μέσα του. Είναι σαν το άτομό σου να γίνεται ένας τόπος, το περίγραμμα σου ορίζοντες. Τότε ζω μέσα σου σαν να ζω σε μια χώρα. Είσαι παντού. Ωστόσο, σ’ αυτή τη χώρα δεν μπορώ ποτέ να σε συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο.»
Όταν ο Τζον Μπέρτζερ έγραφε αυτό το μάλλον αταξινόμητο βιβλίο δεν φανταζόταν ότι θα κάνει πάταγο, θα μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και θα σημαδέψει ανεξίτηλα τη μνήμη των αναγνωστών του. Σαν ν’ ανοίγει κανείς ένα κουτί παπουτσιών και να βρίσκει ευαίσθητα ερωτικά γράμματα γεμάτα ατόφια ποίηση και σκέψεις για τη θνητότητα, την τέχνη, τον έρωτα και την απουσία, στιγμές αποκρυσταλλωμένες στο χρόνο που αιωρούνται πάνω από τα απροσδόκητα τοπία του συγγραφέα. Από τις λυρικές περιγραφές έργων του Καραβάτζιο και τις διεισδυτικές εξερευνήσεις του θανάτου ή της μετανάστευσης μέχρι την εικόνα μιας πασχαλιάς το σούρουπο στην πλαγιά του βουνού, το βιβλίο αυτό είναι μια πανέμορφη και μύχια ανταπόκριση στον κόσμο που μας περιβάλλει.





