Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




