Ο Σεφέρης δεν διευκόλυνε το έργο του βιογράφου του. Έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διαχωρίσει την ταυτότητα του ποιητή και του ανθρώπου των γραµµάτων από εκείνη του ανώτατου δηµοσίου υπαλλήλου. Από τα είκοσι ως τα εξήντα του χρόνια, παραπονιόταν ότι υπήρξε ο «υπηρέτης των δυο αφεντάδων». Από τον καιρό που εξέδωσε τον πρώτο τόµο των ποιηµάτων του, µοίρασε τον εαυτό του σε δύο δηµόσια προσωπεία: το όνοµα «Σεφέρης» είναι ένα λογοτεχνικό ψευδώνυµο, προφανώς συγγενές αλλά και διακριτέο ταυτόχρονα από το «Σεφεριάδης», το οικογενειακό όνοµα του διπλωµάτη. Η ιστορία της ζωής του Σεφέρη είναι η ιστορία αυτής της διχασµένης προσωπικότητας. Γράφοντας το βιβλίο αυτό, κράτησα εσκεµµένα την ακόλουθη στάση: η βιογραφία αυτή δεν είναι η ιστορία του ποιητή «Σεφέρη» ή του διπλωµάτη «Σεφεριάδη», αλλά αντίθετα, και όσο είναι δυνατόν να την ανασυνθέσει κανείς, η ιστορία του ανθρώπου που ήταν και τα δύο. Για τον λόγο αυτό, στα κεφάλαια που ακολουθούν τον αποκαλώ µε το µικρό του όνοµα: Γιώργος. R.B.
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




