Το σκηνικό των διηγημάτων της Ο’Κόννορ είναι σκόπιμα περιορισμένο: ένα αγροτικό σπίτι του αμερικανικού Νότου, μια σειρά πεύκα στον ορίζοντα, μια οικογένεια με τις συνηθισμένες αντιθέσεις της, ένα καινούργιο πρόσωπο, μικρές κωμικές ανατροπές, ένα καπέλο, ένας ταύρος, ένα τατουάζ, ο θάνατος. Όμως αυτή η σχεδόν προκλητική απλότητα των θεμάτων και του ύφους είναι απατηλή, καθώς το συγγραφικό σχέδιο μας οδηγεί σε μια ιλιγγιώδη κάθετη πτώση. Με σχεδόν ανεπαίσθητες χειρονομίες η Ο’Κόννορ αρθρώνει μια ολοκληρωμένη κριτική στις σύγχρονες μορφές ζωής, ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό, υπονομεύοντας κάθε βεβαιότητα, κάθε πίστη, κάθε προσδοκία. «Ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυστήριο μέσα από τα ήθη, τη χάρη μέσα από τη φύση, αλλά όταν ολοκληρώνει το έργο του, πρέπει πάντα να παραμένει αυτή η αίσθηση του μυστηρίου που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα ανθρώπινο σχέδιο».
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




