Έβρεξε πολύ ο Θεός φέτος και αν δεν έβρεχε πολύ δεν θα κατέβαιναν τα ποτάµια, δεν θα ποτίζονταν τα δέντρα, δεν θα φύτρωναν τα λουλούδια, δεν θα γεµίζανε τα πηγάδια, δεν θα πληµµύριζαν οι δρόµοι, δεν θα ξεχείλιζαν τα φρεάτια του µεταλλείου, δεν θα ανέβαιναν πάνω τα νερά, δεν θα κουβαλούσαν σκοινιά, ξύλα και σαπισµένες λαµαρίνες, δεν θα κουβαλούσαν παλιά ρούχα, δεν θα έφερναν στην επιφάνεια τούβλα και µπάζα, δεν θα έσπρωχνε πάνω το νερό πεθαµένες γάτες και σκοτωµένες γυναίκες…
Τον Απρίλιο του 2019, µετά από παρατεταµένες βροχές στην άνυδρη Κύπρο, ανακαλύπτεται το πτώµα µιας εργάτριας από τις Φιλιππίνες. Αρχίζει τότε ένα φρικτό κουβάρι να ξετυλίγεται, που θα οδηγήσει στα επτά θύµατα του πρώτου κατά συρροήν δολοφόνου της χώρας, πέντε µετανάστριες και δύο παιδιά. Οι σοροί θα βρεθούν σε διάφορες περιοχές, ανάµεσα στις οποίες και η Κόκκινη Λίµνη, ο κρατήρας του µεταλλείου της Κοκκινοπεζούλας, όπου στο παρελθόν άφησαν την τελευταία τους πνοή δεκάδες µεταλλωρύχοι χτυπηµένοι από πνευµονοκονίαση.
Μια γυναίκα, που έχασε νέα τον άντρα της στο φονικό µεταλλείο, αφηγείται σήµερα, µε αφορµή τη σταδιακή ανεύρεση των δολοφονηµένων γυναικών, τη δική της σκληρή ζωή. Δίπλα της ηχεί η αρχαία φωνή του τόπου, µύθοι και δοξασίες που ξεκινούν από τα οµηρικά έπη και καταλήγουν στην κεφαλή του Τσάτσγουερθ, ό,τι απέµεινε από ένα χάλκινο άγαλµα του Απόλλωνα, που στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρα των ανθρώπων ακόµη και τώρα.
Μια ιστορία ανάµεσα στο παρελθόν και στο µέλλον: οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, οι µετανάστες, ο Δράκος του Νερού, ένας τόπος που ανακαλύπτει συνεχώς, ζωντανά και πνιγµένα, µυστικά.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Ανί Ερνό
Μέσα από φωτογραφίες και σκόρπιες αναμνήσεις από γεγονότα, λέξεις και πράγματα, η Annie Ernaux μας συμπαρασύρει σε μια περιδιάβαση στη ζωή της, από τα πρώτα χρόνια μετά τον Πόλεμο, μέχρι και σήμερα. Βιβλία, τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα δεκαετιών, σε αντίστιξη με προσωπικές συγκρούσεις και σημειώσεις. Τοπική διάλεκτος, λέξεις των καιρών, σλόγκαν, μάρκες και ονόματα για τα αντικείμενα που διαρκώς πληθαίνουν, εδώ αποκτούν φωνή. Η Ernaux κάνει το πέρασμα του χρόνου χειροπιαστό. Ο χρόνος ο ίδιος, ανένδοτος, αφηγείται το πέρασμά του, εξορίζοντας τους άλλους αφηγητές στην ανωνυμία. Ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας ξεπροβάλλει, υποκειμενικό κι απρόσωπο, ιδιωτικό και συλλογικό ταυτόχρονα.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με σκουρόχρωμο μπανιερό σε μια παραλία με βότσαλα. Στο βάθος, οι απόκρημνες ακτές. Κάθεται σ’ έναν επίπεδο βράχο, τα σφριγηλά του πόδια είναι τεντωμένα μπροστά, γέρνει πίσω ακουμπώντας στους αγκώνες, έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, χαμογελάει. Η μια χοντρή καστανή πλεξούδα είναι ριγμένη μπροστά, η άλλη πίσω στην πλάτη. Όλα μαρτυρούν την επιθυμία του κοριτσιού να ποζάρει σαν τις σταρ στο Cinemonde ή τα μοντέλα στη διαφήμιση του αντιηλιακού Ambre Solaire, να ξεφύγει απ’ το ταπεινωτικό και ασήμαντο κοριτσίστικο κορμί του. Οι μηροί, πιο ωχροί, όπως και τα μπράτσα, πάνω ψηλά,δείχνουν το περίγραμμα ενός φουστανιού, μαρτυρώντας έτσι πως, για τούτο το παιδί, οι διακοπές ή ένα απόγεμα στην ακροθαλασσιά είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παραλία είναι έρημη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: Αύγουστος 1949, Σοτβίλ-σιρ-Μερ.
Γιάννης Αξιώτης
Ένας παράξενος, επίμονος ήχος, σαν κραυγή κουκουβάγιας ή σαν διαστημόπλοιο, που προέρχεται από ένα σημείο κοντά στο εργοστάσιο μπισκότων αναστατώνει τη Θήβα. Το κράτος στήνει έναν μαύρο ηχομονωτικό κύβο γύρω από την «πηγή» και η πόλη μετατρέπεται σε τουριστική ατραξιόν. Ο Άγγελος, ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος που ζει εκεί, προσπαθεί μαζί με τους φίλους του να καταλάβει τα αλλόκοτα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Όταν η αδελφή του εξαφανίζεται και μετά επιστρέφει τελείως διαφορετική, θα συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος που γνώριζε δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος.




