Πάνω σε καράβι. Ακούγεται θόρυβος φοβερός από βροντές και κεραυνούς
(Μπαίνει ένας Καπετάνιος κι ένας Ναύκληρος)
ΚΑΠ. Ναύκληρε!
ΝΑΥ. Εδώ ‘μαι καπετάνιο. Εσύ πώς πας;
ΚΑΠ. Τρέξε, στους ναύτες πες αγάντα! Να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά, χωρίς ν’ αργούνε. Αλλιώς φοβούμαι, πως θα πέσουμε στις ξέρες. Φύγε! Βιάσου!
ΝΑΥ. Αιντέστε, παλληκάρια μου! Ριχτείτε στη δουλειά, λεβέντες μου! Γρήγορα, γρήγορα τη γάμπια χαμηλώστε! Κι έχετε το νου σας τί σας προστάζει η σφυρίχτρα. Αγέρα, φυσομάνα, ώσπου να σκάσουν τα πλεμόνια σου! Φτάνει μονάχα να ‘χουμε τράτο να μην πέσουμε στα βράχια.
(Μπαίνουν ο Αλόνσο, ο Σεμπάστιαν, ο Αντόνιο, ο Φερντινάντο, ο Γκονζάλο και άλλοι)
ΑΛΟ. Άκου ‘δω, ναύκληρε. Που είναι ο καπετάνιος; Που είναι οι ναύτες; Φώναξέ τους!
ΝΑΥ. Παρακαλώ σας, μείνετε στ’ αμπάρια!
ΑΝΤ. Πού είναι ο καπετάνιος, ναύκληρε;
ΝΑΥ. Δεν τον ακούτε; Τη σφυρίχτρα του; Στα πόδια μας μπερδεύεστε. Να πάτε κάτω στα κρεβάτια σας! Γιατί έτσι, ετούτο το κακό το σιγοντάρετε.
ΓΚΟ. Σταμάτα τις φωνές! Συγκράτα το θυμό!
ΜΑΤ. Όταν το πέλαο συγκρατήσει το δικό του. Τραβηχτείτε! Το κύμα που θρασομανά δε νοιάζεται για βασιλιάδες. Στ’ αμπάρια! Άστε μας ήσυχους! Μη μας σκοτίζετε!
ΓΚΟ. Ξεχνάς ποιος είναι επιβάτης στο καράβι σας;
ΝΑΥ. Κανένας που να τον έχω πιο ακριβό από το τομάρι μου.
Εσύ ‘σαι τάχα σύμβουλος σπουδαίος. Αν έχεις κότσια, πρόσταξε ετούτα τα στοιχεία να βουβαθούνε, να ‘ρθει γαλήνη.
Αν το μπορέσεις, όλοι εμείς θα παρατήσουμε τη ναυτική μας. Μπρος, πρόσταξέ τα! Αν πάλι δεν μπορείς, αυτό που πρέπει, είναι να ευχαριστήσεις τον Θεό που σ’ έχει ζωντανό ακόμα, και να πας στ’ αμπάρια πλάι στο κρεβάτι σου ν’ αρχίσεις προσευχή, έτοιμος για το κακό που θα ‘ρθει, αν είναι να ‘ρθει. Άιντε, παιδιά! Φευγάτε εσείς, σας λέω, από τα πόδια μας!
ΓΚΟ. Πολλή χαρά μου δίνει αυτός ο άνθρωπος! Σημάδι πως του μέλλει να πνιγεί δε βλέπω απάνω του. Βλέπω όμως την κρεμάλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Ελπίζω το γραφτό της μοίρας του να μην αλλάξει. Το σκοινί της κρεμάλας του να γίνει το παλαμάρι του σωσμού μας, μια που τα σκοινιά του καραβιού δεν μας κρατούνε. Αν όμως δεν του μέλλει να πνιγεί, αλί και τρισαλί μας.
(Βγαίνουν)
ΝΑΤ. Μάινα τα πανιά! Βιαστείτε! Μάινα, μάινα! Βιράρετε με τη μαΐστρα! (Ακούγεται, κραυγή από μέσα). Που να πλαντάξετε όλοι με τα ουρλιαχτά σας! Ουρλιάζετε πιο δυνατά από την ανεμοζάλη και σκεπάζετε τις προσταγές μας.
(Μπαίνουν ο Σεμπάστιαν, ο Αντόνιο και ο Γκονζάλο)
Πάλι εσείς εδώ; Μα τί ζητάτε; Θέλετε τη δουλειά μας να σταματήσουμε και να πνίγουμε; Θέλετε να βουλιάξαμε στον πάτο;
ΣΕΜ. Σκυλί, άμποτε να σαπίσει το λαρύγγι σου! Βρωμόστομε, αθεόφοβε, γλωσσά!
ΝΑΤ. Δίνετε εσείς λοιπόν τις προσταγές στους ναύτες. […]
(Από την “Τρικυμία”, Πράξη Πρώτη, Σκηνή Πρώτη)
Ε.Ε. Κάμινγκς
Κορυφαίος μοντερνιστής, τολμηρός πειραματιστής, αντισυμβατικός χρήστης της γλώσσας, της γραμματικής και της τυπογραφίας, ποιητής παιγνιώδης, ο e.e. cummings δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Ανελέητα σατιρικός και άφθαστα λυρικός, ύμνησε πάνω από όλα, με τη δεύτερη αυτή του ιδιότητα, τον έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις, ενσαρκώσεις, εκδοχές: σαρκικό, ρομαντικό, ιδεώδη ή υπερβατικό, όντας άλλοτε άσεμνος και λάγνος, άλλοτε συναισθηματικός και τρυφερός, πότε συγκεκριμένος και πότε όχι, πάντοτε όμως συγκλονιστικός. Στην παρούσα, δίγλωσση έκδοση, ανθολογούνται σαράντα εννέα από τα ερωτικά του ποιήματα, μεταφρασμένα από τους ποιητές Χάρη Βλαβιανό και Γιάννη Δούκα.
Λολά Γκρυμπέρ
Ο Σιμόν δεν ξέρει και πολλά πράγματα για τον πατέρα του, που εγκατέλειψε την οικογένειά του στη Γαλλία για να αρχίσει μια καινούργια ζωή στον Καναδά. Κι όταν τον απολύουν από τη δουλειά του και τον χωρίζει η κοπέλα του, βρίσκει πως είναι ευκαιρία να μάθει κάτι παραπάνω για τις ρίζες της οικογένειάς του. Ξεκινάει έτσι για ένα μακρύ οδοιπορικό στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης: την Τσεχία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία. Αναποφάσιστος και κάπως αδέξιος, ταξιδεύει διαρκώς με το τρένο και έρχεται αντιμέτωπος με ευτυχείς και δυσμενείς συγκυρίες, με ενδιαφέρουσες ή δυσάρεστες συναντήσεις και συμπτώσεις. Αλλά, όπως αποδεικνύεται, είναι δύσκολο να ανασυνθέσει το οικογενειακό παζλ, ανάμεσα σε διάσπαρτα παραπλανητικά ίχνη και παγίδες που παραμονεύουν…
Η Ίλζε, μια ηλικιωμένη κυρία που γεννήθηκε στον Μεσοπόλεμο, ζει στο Βερολίνο. Μια μέρα, παίρνει ένα γράμμα που την ωθεί να βυθιστεί στο παρελθόν της και να επανεξετάσει όλη της τη ζωή – και την ιστορία του πιο δυνατού έρωτά της. Να θυμηθεί τη βραδιά σε ένα θέατρο της Μπρατισλάβας, τη δεκαετία του ’50, όπου θα συναντήσει τον μυστηριώδη Χορν – μια βραδιά που θα ανατρέψει τη ζωή της. Κρυμμένα ψέματα, μυστικά που σταδιακά αποκαλύπτονται, ενώ οι ιστορίες του Σιμόν και της Ίλζε θα διασταυρωθούν και θα αλληλοσυμπληρωθούν.
Με αναφορές άλλοτε στη μνήμη των Ασκενάζι Εβραίων, άλλοτε στα βιβλία του Ιούλιου Βερν, στον παφλασμό του Δούναβη τη νύχτα ή στα θλιβερά προάστια της Βουδαπέστης, όπου βρίσκουν καταφύγιο φιλόδοξοι συγγραφείς, η Lola Gruber μάς παρασύρει σε ένα πληθωρικό μυθιστόρημα με καταιγιστικό ρυθμό, χωρίς να απαρνείται το χιούμορ, με ιδιαίτερη και συναρπαστική ματιά στις ανατροπές της Ιστορίας, τα θολά όρια και τις γκρίζες ζώνες ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, την πίστη και την προδοσία, το καλό και το κακό, την αναζήτηση ταυτότητας, τη μοίρα του ανθρώπου που προσπαθεί να αντισταθεί σε δυνάμεις που τον υπερβαίνουν.
Νατσούο Κιρίνο
Η Ρίκι έφυγε από τη βαρετή γενέτειρά της στο Χοκάιντο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Τόκιο. Όμως στη μεγάλη πόλη μόλις που τα βγάζει πέρα. Κάθε μέρα τρώει μεσημέρι βράδυ το ίδιο γεύμα: ένα βραστό αυγό που δεν κοστίζει και πολύ. Έτσι, όταν η φίλη της ανακαλύπτει ένα πρακτορείο που προσφέρει ένα παχυλό ποσό για δωρεά ωαρίων, αρπάζουν και οι δύο την ευκαιρία για μια συνέντευξη.
Από την άλλη, η Γιούκο και ο Μοτόι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Δοκίμασαν σχεδόν κάθε διαθέσιμη επιλογή, αλλά μάταια – μέχρι που ο Μοτόι ανακαλύπτει ότι, παρόλο που η παρένθετη μητρότητα είναι παράνομη στην Ιαπωνία, υπάρχει μια εταιρεία που έχει βρει ένα παραθυράκι.
Ταξικές διαφορές, εξουσία, έλεγχος πάνω στο σώμα του άλλου. Η γραφή της Kirino ξηλώνει σιγά σιγά τις ραφές της κοινωνίας, επαναξιολογώντας την αντίληψή μας για τη μητρότητα, την αυτοεκτίμηση, τη σωματική αυτονομία και την κοινωνική τάξη. Τι σημαίνει να έχεις τον έλεγχο; Και τελικά μπορεί πράγματι το χρήμα να αγοράσει την ευτυχία;
Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Iαπωνία.




