Είναι 1985, και βρισκόμαστε σε μια πόλη της Ιρλανδίας. Πλησιάζουν Χριστούγεννα, εποχή πολυάσχολη για τον Μπιλ Φέρλονγκ, προμηθευτή ξυλείας και κάρβουνου. Νωρίς ένα πρωί, παραδίδει μια παραγγελία στο τοπικό μοναστήρι – κι έρχεται αντιμέτωπος με τη σκοτεινιά και τη συνένοχη σιωπή μιας πόλης που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της εκκλησίας.
Σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας ο Μπιλ Φέρλονγκ προσπαθεί να καλύψει τις παραγγελίες των πελατών του καθώς η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της. Στο τιμόνι μιας μικρής εταιρείας και πατέρας πέντε κοριτσιών, έχει καταφέρει να φτιάξει τη ζωή του μόνος του. Η μητέρα του, υπηρέτρια, έμεινε έγκυος στα δεκαπέντε αλλά, σε αντίθεση με ό,τι συνήθως συνέβαινε, δεν την πέταξαν απ’ το σπίτι με το μωρό της. Από αυτή την άποψη, ο Μπιλ ήταν πιο τυχερός από άλλα παιδιά. Την παραμονή των Χριστουγέννων ο Μπιλ κάνει την τελευταία του παράδοση στο μοναστήρι – όπου, υπό το πρόσχημα ότι τις εκπαιδεύουν, οι μοναχές εκμεταλλεύονται κοπέλες «χαλαρών ηθών» και τις βάζουν να δουλεύουν στο πλυντήριο του μοναστηριού. Τα όσα ανακαλύπτει ο Μπιλ εκεί, και η δύσκολη απόφαση στην οποία τον οδηγούν, τα αφηγείται η συγγραφέας με τόσο συγκρατημένη χάρη, που αυτό το όμορφο κείμενο γίνεται ταυτόχρονα αινιγματικό και συνταρακτικό.
Ένα κομψοτέχνημα που δικαίως υμνήθηκε από την κριτική.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Τζον Τσίβερ
Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα “Φάλκονερ” για το φόνο του αδελφού του. Κλεισμένος σε ένα άθλιο κελί, γίνεται καθημερινά μάρτυρας της θηριωδίας των δεσμοφυλάκων και των συγκρατούμενων του και νιώθει ζωντανός-νεκρός.
Ο νους του όμως εξακολουθεί να ταξιδεύει ελεύθερος. Και καθώς επανέρχονται σαρωτικές οι μνήμες της τραυματικής παιδικής ηλικίας του και του ταραγμένου του γάμου, ο Φάραγκατ πασχίζει να επιβιώσει και να διατηρήσει την ανθρωπιά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής.
Το περίφημο μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ -ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, σε νέα μετάφραση.
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Σωλ Μπέλοου
Άνια Βουλούδη
Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.




