«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




