«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Αύγουστος Κορτώ
Φανταστείτε αυτό το βιβλίο σαν βόλτα στο απρόβλεπτο µυαλό µου, σαν κουτί που περιέχει την καρδιά µου, σαν σπίτι χτισµένο µε λέξεις, όπου ζει η αλήθεια για τον Πέτρο.
Στις σελίδες του θα βρείτε πολλή µουσική, τα βιβλία που οµόρφυναν τη ζωή µου, τις απανωτές µου αποτυχίες στο άθληµα της φιλίας, τον πρώτο µου έρωτα (δεν είναι αυτό που νοµίζετε), σκηνές απ’ τον παραδεισένιο βίο µου µε τον Τάσο, λόγια λατρείας για τον Μάνο Χατζιδάκι, τη µάνα µου µε τα λυπηµένα γόνατα, ένα ορφανό ευθυµογράφηµα (και το γιατί γράφω κωµικά βιβλία), δύο ανέκδοτα κεφάλαια απ’ την πρώτη γραφή του Βιβλίου της Κατερίνας, την τρέλα µου σε όλες τις µορφές της, το βρακί της ελευθερίας, το πώς έγινα συγγραφέας (σπόιλερ: κατά τύχη) και τη µοναδική φορά στην ιστορία που έβγαλα τον σκασµό.
Έχω ζήσει περισσότερο απ’ όσο θα ζήσω, αλλά η σκέψη δεν µου φέρνει στεναχώρια. Είναι θαύµα το ότι έφτασα ως εδώ, το ότι µου δόθηκε και µου δίνεται κάθε µέρα τόση αγάπη. Με λίγη τύχη, φέρτε µου τα γεράµατα να τα φιλήσω!
Φανταστείτε το βιβλίο της ζωής µου σαν παιχνίδι που παίζει το φως µε το σκοτάδι εδώ και κοντά µισόν αιώνα. Το πρώτο κλάµα και το τελευταίο γέλιο µες στην ίδια ανάσα.
Σίντα Μπαγιάρ
Τεχεράνη, 1979. Ο Σάχης έχει ανατραπεί και ο Μπεχζάντ πιστεύει πως αυτή η επανάσταση θα φέρει την ελευθερία για την οποία αγωνίζεται. Ανάμεσα σε μυστικές αποστολές και πολιτικές διώξεις, ερωτεύεται τη θαρραλέα και οξυδερκή Ναχίντ και ονειρεύεται μαζί της ένα νέο μέλλον.
Δέκα χρόνια αργότερα, η οικογένεια ζει εξόριστη στη Γερμανία, προσπαθώντας να ξαναχτίσει τη ζωή της μακριά από την πατρίδα και τους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Όμως το Ιράν παραμένει πάντα παρόν· στις σιωπές, στις αναμνήσεις, στις ειδήσεις που φτάνουν αργά μέσα στη νύχτα.
Καθώς τα παιδιά τους μεγαλώνουν ανάμεσα σε δύο κόσμους, η επιστροφή στην Τεχεράνη και η Πράσινη Επανάσταση του 2009 θα τους αναγκάσουν να αναμετρηθούν με όσα πίστεψαν, όσα έχασαν, όσα ξέχασαν και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Ένα επίκαιρο και βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για την επανάσταση, την καταπίεση, την αντίσταση και την ακατανίκητη επιθυμία για ελευθερία.




