Σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχεί το παροδικό, το κυνήγι της δημοσιότητας, ο ατομικισμός και ο καταναλωτισμός, ο Μάρκος Αυρήλιος τα απομυθοποιεί όλα αυτά με το συγκεκριμένο σύγγραμμά του και αναδεικνύει την αξία της εσωτερικής γαλήνης, που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αρετή και τη δικαιοσύνη. Κι ενώ επισημαίνει την αξία της κατανόησης του άλλου και της ανεκτικότητας, δεν υποστηρίζει την παθητικότητα, αλλά την ενεργή στάση που συμβάλλει στη βελτίωση του κόσμου. Στα Εις εαυτόν μπορεί να ανακαλύψει κανείς έναν κώδικα που φτιάχτηκε στο παρελθόν, αλλά μπορεί να ξεκλειδώσει το μέλλον. Ένα μοναδικό ντοκουμέντο που φανερώνει την εσωτερική πάλη ενός ηγέτη να παραμείνει ενάρετος μέσα σε χαώδεις συνθήκες. (Από τον πρόλογο της δημοσιογράφου Βασιλικής Σιούτη)
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Τζούλι Άκερμαν
Ακραία ποπ για ακραίους καιρούς. Τι συμβαίνει όταν η ποπ μουσική τρελαίνεται; Όταν οι φωνές γίνονται τσιριχτές, τα synths εκρήγνυνται και το γλυκό περιτύλιγμα του καπιταλισμού σπάει σε χίλια κομμάτια; Η απάντηση είναι η hyperpop – ένα μουσικό κίνημα που γεννήθηκε στο Λονδίνο με την PC Music και την SOPHIE, και αναγεννήθηκε στις ΗΠΑ με τους 100 gecs, για να κατακτήσει το διαδίκτυο και να ανατρέψει τα πάντα. Το Hyperpop: Η μουσική του ψηφιακού καπιταλισμού εξερευνά την hyperpop ως πολιτισμικό φαινόμενο της εποχής μας: μια μουσική που αγκαλιάζει την τεχνητότητα, τα simulacra και την υπερ-εμπορευματοποίηση, όχι για να τα χλευάσει, αλλά για να βρει μέσα τους χώρο για ειλικρινή έκφραση. Από τον «καρτούν καπιταλισμό» μέχρι τη queer ευαισθησία, από τις παραμορφωμένες baby voices μέχρι τα πλαστικά εξώφυλλα, η hyperpop αποκαλύπτει τα χάσματα του σύγχρονου κόσμου – την απόσταση ανάμεσα στη γυαλιστερή επιφάνεια και τη σκοτεινή πραγματικότητα, ανάμεσα στην υπόσχεση της ατέλειωτης κατανάλωσης και τη βία της. Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, πολιτισμική κριτική και θεωρητικές αναλύσεις, το βιβλίο της Julie Ackermann χαρτογραφεί μια αισθητική που γεννήθηκε στις διαδικτυακές υποκουλτούρες και εξελίχθηκε σε μια ηχητική πολιτική δήλωση. Μια ποπ που δεν υπόσχεται το μέλλον, αλλά που ζει πλήρως στο εξαντλητικό παρόν. Μια μουσική που ρωτά: Πώς νιώθουμε ζωντανοί μέσα σε έναν θανατερό κόσμο;
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο «άνθρωπο» αλλά και θηρίο.
Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.



