Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




