Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τζών Φάντε
Ο Σβέβο Μπαντίνι μισεί το χιόνι. Άμα χιονίζει, δεν έχει δουλειά. Χωρίς δουλειά, δεν έχει λεφτά.
Χιονίζει πάλι. Κι αυτός τα τελευταία του λεφτά τα έχασε στον τζόγο. Γυρνάει στο σπίτι του, που ακόμα τό ’χει απλήρωτο, και κλωτσάει το χιόνι.
Γιατί δεν πήγε στην Καλιφόρνια, τότε που μπορούσε; Γιατί κάθεται σ’ αυτό το σπίτι, που ακόμα τό ’χει απλήρωτο, με τη γυναίκα του και με τα τρία του παιδιά; Είναι αγία η γυναίκα του. Αλλά είναι και ηλίθια. Ούτε που τέλειωσε το γυμνάσιο. Και τόσο που τον αγαπάει, αυτόν, τον Σβέβο Μπαντίνι, πώς να την αντέξει;
Χιονίζει, κι ο Σβέβο Μπαντίνι γυρνάει στο σπίτι του και είναι άφραγκος. Και νά, τώρα μαθαίνει πως θα τους επισκεφτεί η Ντόννα Τοσκάνα, η πεθερά του, το μεγάλο του μίσος. Όχι, δεν θα κάτσει άλλο εκεί μέσα, θα σηκωθεί να φύγει. Να πάνε όλοι τους στο διάολο, θα φύγει.
Δημοσιευμένο το 1938, το Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι εγκαινιάζει το Κουαρτέτο του Μπαντίνι. Εδώ θα πρωτοεμφανιστεί ο Αρτούρο Μπαντίνι, alter ego του συγγραφέα, έφηβος γιος μιας δυσλειτουργικής οικογένειας φτωχών Ιταλών μεταναστών στο Κολοράντο, καθώς προσπαθεί να γνωρίσει τον έρωτα και να ονειρευτεί την ωραία ζωή.
Ντένις Τζόνσον
Ο Ντένις Τζόνσον ψηλαφεί έναν κόσμο χαμένο στο παρελθόν του, που έχει όλος πια σβηστεί και τον έχουν τυλίξει σαν περγαμηνή και τον έχουν κρύψει κάπου. Με ήπιο αυτοσαρκασμό, με χιούμορ και τρυφερότητα, με συμπόνια και ακραία λυρική ακρίβεια, ο αφηγητής αυτών των τρομερών ιστοριών βυθίζεται εκεί, στο σκοτάδι κάτω από το σύμπαν, όπου άνθρωποι εξαντλημένοι από την εξάρτηση και τη μοναξιά περιφέρονται κάτω από γιγάντιες φτέρες σε μια γη που μοιάζει φτιαγμένη από χαρτί, δουλεύουν σε νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας, ερωτεύονται σε δωμάτια που αστράφτουν σαν ψεύτικα κοσμήματα, πίνουν σε μπαρ όπου ο καθρέφτης είναι σαν μαχαίρι που διαχωρίζει τα πάντα από τον εαυτό τους, βέβαιοι πως βρίσκονται εδώ σε αυτόν τον κόσμο επειδή δεν θα μπορούσαν να αντέξουν πουθενά αλλού, όσο εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.
Στεμπάστιαν Φίτζεκ
Για ακόμα μία φορά, ο Fitzek μάς εκπλήσσει με μια συλλεκτική έκδοση με διαδραστικό εφέ εξωφύλλου αλλά και μια ανατριχιαστική ιστορία!
Νόμιζε πως ο μεγαλύτερος της φόβος ήταν να είναι μόνη. Μέχρι που ανακάλυψε ότι μόνη δεν ήταν ποτέ.
Η ποινικολόγος Ζάρα Βολφ πάσχει από μονοφοβία, τον φόβο της μοναξιάς. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι πως, απ’ όταν μετακόμισε με την κόρη της στα προάστια του Βερολίνου, έχει έναν αόρατο γείτονα που δεν πρόκειται να την αφήσει μόνη ούτε για ένα δευτερόλεπτο…
Το κακό παραμονεύει κοντά σου.
Πιο κοντά σου απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς…
Το νέο μυθιστόρημα του Νο 1 συγγραφέα ψυχολογικών θρίλερ υπόσχεται εγγυημένα άγρυπνες νύχτες!




