Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947 και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966. Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου, άδεντρο, μ’ ένα μοναδικό χωριό· τοπίο απογυμνωμένο με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σαν δυό πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά. Σύζευξη των αντιθέτων, όπως η φράση του Ηράκλειτου που τα κυκλαδίτικα τοπία δεν παύουν να τη συλλαβίζουν μέσα στο φως τους: «Αρμονίη κόσμου παλίντροπος». Αν η εικόνα αυτού του χαμένου νησιού παραμένει μέσα μου τόσο έντονη, είναι ίσως επειδή στάθηκε η τελευταία. Ωστόσο, κοιτώντας απ’ την απόσταση του χρόνου, συνειδητοποιώ μέχρι ποιού σημείου μπλέκονται μέσα στη μνήμη μου οι αναμνήσεις σαν σε παιχνίδι αινιγματικό. Γιατί τάχα ορισμένες τους, τόσο ανώνυμες φαινομενικά, παραμένουν επίμονες λες κι ήθελαν να υπογραμμίσουν ένα μήνυμα που το νόημά του δεν καταφέρνω ακόμα να συλλάβω;
Ρούνεϋ Σάλλυ
Πέρα από το γεγονός ότι είναι αδέλφια, ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχουν μεταξύ τους. Ο Πίτερ είναι δικηγόρος στο Δουβλίνο, γύρω στα τριάντα, επιτυχημένος, ικανός και φαινομενικά άτρωτος. Όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χρειάζεται υπνωτικά για να κοιμηθεί και πασχίζει να διαχειριστεί τη σχέση του με δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες – την παντοτινή πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, και τη Ναόμι, μια φοιτήτρια η οποία αντιμετωπίζει τη ζωή σαν μια μεγάλη φάρσα. Ο Ίβαν είναι επαγγελματίας σκακιστής, είκοσι δύο ετών. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικά αδέξιο, μοναχικό, το αντίθετο από τον γοητευτικό και δημοφιλή μεγαλύτερο αδελφό του. Διανύοντας τις πρώτες εβδομάδες του πένθους του, ο Ίβαν γνωρίζει τη Μάργκαρετ, γυναίκα μεγαλύτερή του σε ηλικία, που βγαίνει από το δικό της ταραχώδες παρελθόν, και οι ζωές τους συνδέονται ακαριαία και έντονα. Για τα αδέλφια που πενθούν και τους ανθρώπους που αγαπούν, η περίοδος αυτή είναι ένα μεσοδιάστημα, ένα ιντερμέδιο, μια περίοδος πόθου και απελπισίας, ανοιχτή σε κάθε πιθανότητα, μια ευκαιρία να ανακαλύψουν πόσα μπορεί να βαστάξει μια ζωή χωρίς να διαλυθεί…
Μόντ Ρόγιερ
Στη Γαλλία, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια άνευ προηγουμένου σειρά τρανσφοβικών επιθέσεων. Η Μωντ Ρουαγιέ, ακτιβίστρια με ουσιαστική συμμετοχή σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, προβαίνει στην καταγραφή αυτής της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αλήθεια ότι η μεγάλη πλειονότητα των γαλλικών φεμινιστικών κινημάτων αντιτίθεται στην τρανσφοβία. Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένες αντιδραστικές ομάδες οι οποίες λειτουργούν πλέον ως ένα πραγματικά τρανσφοβικό λόμπι, αναπαράγοντας και στη Γαλλία συζητήσεις, πολεμικές και θεματικές που διατυπώνονται διεθνώς και διαδίδονται ιδίως από τη Δεξιά και την Άκρα Δεξιά. Αντιγράφουν, επίσης, τη στρατηγική τους: επιτίθενται δηλαδή στα δικαιώματα των τρανς παιδιών και εφήβων, με απώτερο σκοπό να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Η Ρουαγιέ, με το στρατευμένο και παιδαγωγικά γραμμένο βιβλίο της, ξεσκεπάζει αυτούς τους τρανσφοβικούς μηχανισμούς προκειμένου να τους αντικρούσει αποτελεσματικότερα.
Ονορέ Φανόν Τζέφερς
Το εξαιρετικό πορτρέτο µιας αµερικανικής οικογένειας και, παράλληλα, ένα σπάνιας δύναµης και αλήθειας πορτρέτο της Αµερικής.
Από την παιδική της ήδη ηλικία, η Έιλυ Περλ Γκάρφιλντ έχει κατα-νοήσει πολύ καλά τι ακριβώς εννοούσε ο σπουδαίος στοχαστής Γ.E.Μπ. Ντυ Μπουά (1868-1963) όταν έγραφε κάποτε για το ζήτηµα της µαύρης φυλής στην Αµερική και για τη «διπλή συνείδηση», που υποχρεώνει κάθε Αφροαµερικανό να κοιτά τον εαυτό του µέσα από τα µάτια των άλλων για να επιβιώσει.
Η Έιλυ έχει τα ονόµατα δύο ανθρώπων –από τη µια του ξακουστού χορογράφου Άλβιν Έιλυ και από την άλλη της προγιαγιάς της Περλ, που ήταν απόγονος σκλάβων– και κουβαλά τη «διπλή συνείδηση» βαρύ φορτίο στις πλάτες της. Μεγαλωµένη σε µεγάλο αστικό κέντρο του Βορρά, περνάει τα καλοκαίρια της στην Τσικασίττα, µια µικρή πόλη της Τζόρτζια, όπου ζει η οικογένεια της µητέρας της από τότε που οι πρόγονοί τους έφτασαν από την Αφρική υπό καθεστώς δουλείας.
Σε όλη της τη ζωή αγωνίζεται να ανήκει κάπου, ενώ ψίθυροι γυναικών αιώνων την παροτρύνουν να πετύχει ό,τι δεν πέτυχαν εκείνες. Ξεκινά έτσι ένα ταξίδι στο παρελθόν της οικογένειάς της, αποκαλύπτοντας τις συγκλονιστικές ιστορίες παλαιότερων γενεών, ιθαγενών, µαύρων και λευκών, στα βάθη του Νότου. Καλείται να αποδεχτεί ολόκληρο το προγονικό της παρελθόν, µια κληρονοµιά καταπίεσης και αντίστασης, δουλείας και ανεξαρτησίας, σκληρότητας και ανθεκτικότητας που αποτελεί την ιστορία –και το τραγούδι– της ίδιας της Αµερικής.





