Την 1η Νοεμβρίου 1907, έφτασε στην αστυνομία της Νέας Ορλεάνης μια κατεπείγουσα κλήση από την περιοχή του βάλτου και της λιμνοθάλασσας στα νότια της πόλης. Οι άνθρωποι που είχαν εγκατασταθεί εκεί, στην πλειονότητά τους πρωτόγονοι αλλά καλοκάγαθοι απόγονοι των ανδρών του Λαφίτ, βρίσκονταν στο έλεος του τρόμου από ένα άγνωστο πράγμα που τους είχε προσεγγίσει αθέατο μέσα στη νύχτα. Επρόκειτο, προφανώς, για βουντού, αλλά για το πιο τρομακτικό είδος βουντού που είχαν συναντήσει ποτέ τους· επιπλέον, μερικές γυναίκες και παιδιά είχαν εξαφανιστεί από τη στιγμή που τα αποτρόπαια τύμπανα ξεκίνησαν τον ατέρμονο χτύπο τους κάπου βαθιά μέσα στο στοιχειωμένο μαύρο δάσος, όπου κανένας κάτοικος δεν τολμούσε ποτέ να μπει. Ακούγονταν παραληρηματικές κραυγές και απόκοσμα ουρλιαχτά, ψαλμωδίες που σου πάγωναν το αίμα, και χόρευαν φλόγες διαβολικές· ώσπου, πρόσθεσε ο τρομαγμένος αγγελιαφόρος, δεν μπορούσαν άλλο να το αντέξουν.
Αύγουστος Κορτώ
Φανταστείτε αυτό το βιβλίο σαν βόλτα στο απρόβλεπτο µυαλό µου, σαν κουτί που περιέχει την καρδιά µου, σαν σπίτι χτισµένο µε λέξεις, όπου ζει η αλήθεια για τον Πέτρο.
Στις σελίδες του θα βρείτε πολλή µουσική, τα βιβλία που οµόρφυναν τη ζωή µου, τις απανωτές µου αποτυχίες στο άθληµα της φιλίας, τον πρώτο µου έρωτα (δεν είναι αυτό που νοµίζετε), σκηνές απ’ τον παραδεισένιο βίο µου µε τον Τάσο, λόγια λατρείας για τον Μάνο Χατζιδάκι, τη µάνα µου µε τα λυπηµένα γόνατα, ένα ορφανό ευθυµογράφηµα (και το γιατί γράφω κωµικά βιβλία), δύο ανέκδοτα κεφάλαια απ’ την πρώτη γραφή του Βιβλίου της Κατερίνας, την τρέλα µου σε όλες τις µορφές της, το βρακί της ελευθερίας, το πώς έγινα συγγραφέας (σπόιλερ: κατά τύχη) και τη µοναδική φορά στην ιστορία που έβγαλα τον σκασµό.
Έχω ζήσει περισσότερο απ’ όσο θα ζήσω, αλλά η σκέψη δεν µου φέρνει στεναχώρια. Είναι θαύµα το ότι έφτασα ως εδώ, το ότι µου δόθηκε και µου δίνεται κάθε µέρα τόση αγάπη. Με λίγη τύχη, φέρτε µου τα γεράµατα να τα φιλήσω!
Φανταστείτε το βιβλίο της ζωής µου σαν παιχνίδι που παίζει το φως µε το σκοτάδι εδώ και κοντά µισόν αιώνα. Το πρώτο κλάµα και το τελευταίο γέλιο µες στην ίδια ανάσα.
Σίντα Μπαγιάρ
Τεχεράνη, 1979. Ο Σάχης έχει ανατραπεί και ο Μπεχζάντ πιστεύει πως αυτή η επανάσταση θα φέρει την ελευθερία για την οποία αγωνίζεται. Ανάμεσα σε μυστικές αποστολές και πολιτικές διώξεις, ερωτεύεται τη θαρραλέα και οξυδερκή Ναχίντ και ονειρεύεται μαζί της ένα νέο μέλλον.
Δέκα χρόνια αργότερα, η οικογένεια ζει εξόριστη στη Γερμανία, προσπαθώντας να ξαναχτίσει τη ζωή της μακριά από την πατρίδα και τους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Όμως το Ιράν παραμένει πάντα παρόν· στις σιωπές, στις αναμνήσεις, στις ειδήσεις που φτάνουν αργά μέσα στη νύχτα.
Καθώς τα παιδιά τους μεγαλώνουν ανάμεσα σε δύο κόσμους, η επιστροφή στην Τεχεράνη και η Πράσινη Επανάσταση του 2009 θα τους αναγκάσουν να αναμετρηθούν με όσα πίστεψαν, όσα έχασαν, όσα ξέχασαν και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Ένα επίκαιρο και βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για την επανάσταση, την καταπίεση, την αντίσταση και την ακατανίκητη επιθυμία για ελευθερία.




