Οι ποιητές δεν επιλέγουν αναίτια τις λέξεις των έργων τους, μας λέει η Λύντια Στεφάνου. Τι γίνεται όμως με τη λέξη λύκος; Ο λύκος είναι ένα πλάσμα με μέγιστη συμβολική αξία, αλλά με αντιστρόφως ανάλογη βιοτική αξία στον κόσμο του ανθρώπου. Ο λόγος περί εαυτού γίνεται λόγος περί λύκου ή και το ανάποδο, σε σημείο που ο άνθρωπος έχει σπρώξει στην άκρη της ύπαρξης τον λύκο και τη ζωή του. Η αναπαράσταση του λύκου βρίσκει σύμφωνα σχεδόν όλα τα είδη του γραπτού λόγου και έχει επηρεάσει όλες τις εποχές, ούτως ώστε μέχρι και σήμερα οι ποιητικές εικόνες να συνομιλούν καλύτερα με το παρελθόν, παρά με το παρόν και το μέλλον. Είναι βαθιά η εντύπωση που αφήνει η παραμορφωμένη αφήγηση του ανθρώπου για τον λύκο στον άνθρωπο, παρά ο ίδιος ο λύκος ως παρουσία· υπάρχει προτού φανερωθεί και αντίστοιχα πρέπει να αφανιστεί προτού υπάρξει. Και σε αυτό έχει συμβάλλει τα μέγιστα η λογοτεχνία και ο ανθεκτικός βιότοπος των μεταφορών της.
Άγγελος Μπέρτος
Στη πρώτη του ποιητική συλλογή ο Άγγελος Μπέρτος, συστήνει μια θραυσματική τοιχογραφία από μνήμες. Ένα οικοσύστημα από νησίδες εικόνων και συναισθημάτων, αναβλύζουν από τις φλέβες της Καρπάθου-της ιδιαίτερης πατρίδας του δημιουργού. Οι συνδέσεις με την καταγωγή, η διερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, ο εκλιπών εαυτός, οι χαίνουσες πληγές της νεότητας, το πανηγύρι των αισθήσεων, συγκροτούν ένα ποιητικό σώμα που αφουγκράζεται με ορμή το ανοίκειο της ζωής που ουρλιάζει.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




