“Το Εγώ του ταξιδιώτη” γράφει ο Κλάουντιο Μάγκρις “είναι μόλις κάτι περισσότερο από ένα βλέμμα, ένα κοίλο κέλυφος στο οποίο αποτυπώνεται η μορφή της πραγματικότητας, ένα δοχείο που υπερχειλίζει από τα πράγματα”. Εξού και η τεράστια ποικιλία των τοπίων που ο ίδιος διασχίζει και αποκωδικοποιεί σαν να είναι πρόσωπα, από τη Μαδρίτη στην Πράγα, το Βερολίνο και τη Βαρσοβία, από τη Φινλανδία μέχρι την Αυστραλία, από τη μια θάλασσα στην άλλη, κάνοντας στάση και στην Τεργέστη φυσικά, στην πόλη όπου κατεξοχήν υφαίνεται και περιπλέκεται ένας λαβυρινθώδης ιστός διαφορετικών εποχών. “Σκοπός του ταξιδιού” διευκρινίζει ο Μάγκρις “είναι οι άνθρωποι”. Ταξιδεύω σημαίνει “έρχομαι αντιμέτωπος με την Ιστορία και τις παραλλαγές της”. Και το βιβλίο αυτό συνιστά ακριβώς μια τέτοια απολαυστική αναμέτρηση, διότι προέρχεται από έναν παρατηρητή φιλοπερίεργο και πολυμαθή, ειρωνικό και μεγαλόψυχο, ποιητή και συγχρόνως ιστορικό και φιλόσοφο. Πέρα όμως από τις ετερόκλητες αφορμές που πυροδότησαν τα συγκεκριμένα αφηγήματα, αυτό που κυρίως συναρπάζει είναι η βαθύτερη συνοχή τους χάρη στην οποία αναγνωρίζουμε τα βασικά θέματα και μοτίβα του έργου του Μάγκρις, τις αέναες και δημιουργικές ανησυχίες του.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Συλλογικό
Η Παλατινή ή Ελληνική Ανθολογία είναι μία απ’ τις πολυτιμότερες πηγές για τη γνωριμία μας, όχι μόνο με την αρχαία ελληνική ποίηση, αλλά και με την Ποίηση γενικότερα. Το πι κεφαλαίο. Δεν μας γνωρίζει μονάχα με μιαν εποχή 17 αιώνων (τόσους καλύπτει αφού αρχίζει από τον 7ο αιώνα π.Χ. και φτάνει στο 950 μ.Χ.) αλλά και μας διδάσκει. Τα 3.700 ποιήματά της (σχεδόν όλα επιγράμματα, συνολικά γύρω στους 23.000 στίχους) δεν είναι μόνον ποίηση. Είναι και ποιητική. Και νομίζω πως το ποιητικό είδος που ‘ναι πιο κοντά προς την Ποίηση απ’ οποιοδήποτε άλλο, είναι το επίγραμμα.
Γιώργος Γεννηματάς
Σε μία απολαυστική περιπλάνηση σε περασμένους αιώνες αλλά και στη σύγχρονη εποχή, ο αναγνώστης θα ανακαλύψει ένα πλούσιο ψηφιδωτό ιστορικής μνήμης στο οποίο ξεδιπλώνονται χαρακτήρες, παραδοξότητες και άγνωστα επεισόδια που έχουν καθοριστικά επηρεάσει τον ρου της Ιστορίας.
Ο Γιώργος Γεννηματάς, πρέσβης ε.τ., ύστερα από το βιβλίο του και με δανεικό στυλό γράφεται η Ιστορία, οδηγεί τώρα τον αναγνώστη σε ιστορικά και διπλωματικά στιγμιότυπα που παραμένουν έξω από τις φωτισμένες σελίδες της επίσημης Ιστορίας. Με υλικό από σπάνιες πηγές και από τη μακρά διπλωματική σταδιοδρομία του, παρουσιάζει παράδοξα συμβάντα, άγνωστες πτυχές της Ιστορίας και ενδιαφέρουσες εμπειρίες των πρωταγωνιστών της.
Με ευγενές και διακριτικό ύφος γραφής, φωτίζει τους δαιδαλώδεις κόσμους της Διπλωματίας και τα παρασκήνια διεθνών διασκέψεων, και προσφέρει στον αναγνώστη ένα ευρύ πεδίο προβληματισμού και άντλησης χρήσιμων συμπερασμάτων. Το βιβλίο, όπως προϊδεάζει και ο τίτλος του, διατρέχεται από εκλεπτυσμένη και ευφυή αίσθηση του χιούμορ.




