Υπήρχε πάντα μέσα του η βαθιά χαρακιά που άφησε το πέρασμα από τις μετεμφυαλικές εκείνες παιδοπόλεις -ένδοξους βασιλικούς τόπους υποταγής και χειραγώγησης, σταθμούς καθαγιασμένους μόνον κατ’ όνομα: «Απόστολος Παύλος», Άγιος Χαράλαμπος», «Καλή Παναγιά», «Άγιος Δημήτριος», Αθήνα, Βέροια, Θεσσαλονίκη, 1949 – 1955. Έχοντας από καιρό διανύσει τις περισσότερες από τις αναπότρεπτες διαδρομές του, ο Γιάννης Αρχοντής φτάνει μόνος του ένα απόγευμα του Ιουνίου σε κάποια ερημική ακτή του Αιγαίου. Δεν ήταν τόσο ανάγκη ενός τελικού απολογισμού, όσο η επίμονη «αναζήτηση του χαμένου χρόνου» και των σημαδιών που άφησε μέσα του μια εποχή ερμητικά κλειστή, όπως τα περίκλειστα και περίλαμπρα ιδρύματα, όπου έζησε έξι από τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Εκεί, την ώρα που ένα φωταγωγημένο καράβι περνά ανοιχτά μέσα στη νύχτα, από τον «θολό βυθό» της μνήμης του, όπου για περισσότερο από πενήντα χρόνια το είχε απωθήσει, αναδύεται απροσδόκητα το φάσμα του παιδιού που κάποτε υπήρξε, για να πει επιτέλους ολόκληρη την παλιά ιστορία του. (. . .)
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




