Πολύ σύντομα μου γεννήθηκε η υποψία ότι το « βλέμμα » του έκρυβε κάποιο μυστικό και ότι αυτή η πόζα περιείχε κάτι που αιχμαλώτιζε την ψυχή του συνταξιούχου με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Μια οποιαδήποτε άλλη συνηθισμένη πόζα δεν θα επέτρεπε να φανερωθεί το συγκεκριμένο μέρος του κορμιού, και εννοώ τη στάση των γυμνών ποδιών ιδωμένων κάτω από το άνοιγμα του κίμονο, την καμπύλη γραμμή που έφτανε μέχρι τα νύχια των δαχτύλων. Καθώς ήμουν ήδη από την παιδική μου ηλικία ιδιαιτέρως επιρρεπής στη γοητεία των αρμονικών γυναικείων ποδιών, είχα υπνωτιστεί από την τέλεια καμπύλη των ποδιών της Ο-Φούμι. Οι γάμπες της, λεπτεπίλεπτες και αισθησιακές, ήταν λες και είχαν σμιλευτεί προσεκτικά σε λευκό ξύλο, το περίγραμμά τους, καθώς κατηφόριζε προς τους αστραγάλους, γινόταν όλο και πιο φίνο, καταλήγοντας με μία μαλακή κλίση στην καμάρα του πέλματος, ενώ στο τέλος αυτής της καμπύλης παρατάσσονταν το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλα από το μικρό μέχρι το πιο μεγάλο σε μία σειρά, και αυτή η ευθυγράμμιση μου φαινόταν πολύ πιο όμορφη ακόμα κι απ’ το πρόσωπο της Ο-Φούμι. Ο Ουνοκίτσι , φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, αφηγείται τη συνάντησή του με τον συνταξιούχο Τσουκακόσι και τη μαιτρέσσα του Φουμίκο. Ο γέρος έμπορος, παθιασμένος με την ομορφιά του ποδιού της ερωμένης του, αναθέτει στον νεαρό ζωγράφο να αποδώσει δυτικότροπα τη Φουμίκο, κατά τον τρόπο όμως μιας παλιάς γιαπωνέζικης γκραβούρας, σε μια στάση που αναδεικνύει τη μοναδική αισθησιακότητα της γυναίκας που αναπαρίσταται. Η εμμονή του για ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματός της, τα πόδια της, θα αποκτήσει τέτοια ένταση που θα τον οδηγήσει στα όρια της τρέλας. Το πόδι της Φουμίκο παραμένει το πιο αντιπροσωπευτικό από τα πρώιμα έργα του Τανιζάκι που διερευνούν πλευρές «διαστροφικής», όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή, σεξουαλικότητας. Μπορεί να φανεί παράξενο ότι μιλάμε για έκφραση αναφερόμενοι σε ένα πόδι, αλλά, αν θέλετε τη γνώμη μου, πιστεύω πως ένα πόδι δεν είναι λιγότερο εκφραστικό από ένα πρόσωπο. Έχω την αίσθηση ότι μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια γυναίκα παθιασμένη ή ένα ψυχρό και σκληρό άτομο από την εντύπωση που δημιουργεί το πόδι τους. Μες στη λευκότητα του ποδιού, ένα ροζ ιρίδιζε στα άκρα των δαχτύλων, καταλήγοντας σε ένα ωχρό κόκκινο φωτοστέφανο. Μου θύμιζε τα καλοκαιρινά γλυκά, τις φράουλες στο γάλα, τα χρώματα ενός φρούτου που λιώνει μέσα σ’ ένα λευκό υγρό, και είναι ακριβώς αυτό το χρώμα που απλωνόταν σε όλη την καμπύλη γραμμή του ποδιού της Ο-Φούμι.
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Τζούλι Άκερμαν
Ακραία ποπ για ακραίους καιρούς. Τι συμβαίνει όταν η ποπ μουσική τρελαίνεται; Όταν οι φωνές γίνονται τσιριχτές, τα synths εκρήγνυνται και το γλυκό περιτύλιγμα του καπιταλισμού σπάει σε χίλια κομμάτια; Η απάντηση είναι η hyperpop – ένα μουσικό κίνημα που γεννήθηκε στο Λονδίνο με την PC Music και την SOPHIE, και αναγεννήθηκε στις ΗΠΑ με τους 100 gecs, για να κατακτήσει το διαδίκτυο και να ανατρέψει τα πάντα. Το Hyperpop: Η μουσική του ψηφιακού καπιταλισμού εξερευνά την hyperpop ως πολιτισμικό φαινόμενο της εποχής μας: μια μουσική που αγκαλιάζει την τεχνητότητα, τα simulacra και την υπερ-εμπορευματοποίηση, όχι για να τα χλευάσει, αλλά για να βρει μέσα τους χώρο για ειλικρινή έκφραση. Από τον «καρτούν καπιταλισμό» μέχρι τη queer ευαισθησία, από τις παραμορφωμένες baby voices μέχρι τα πλαστικά εξώφυλλα, η hyperpop αποκαλύπτει τα χάσματα του σύγχρονου κόσμου – την απόσταση ανάμεσα στη γυαλιστερή επιφάνεια και τη σκοτεινή πραγματικότητα, ανάμεσα στην υπόσχεση της ατέλειωτης κατανάλωσης και τη βία της. Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, πολιτισμική κριτική και θεωρητικές αναλύσεις, το βιβλίο της Julie Ackermann χαρτογραφεί μια αισθητική που γεννήθηκε στις διαδικτυακές υποκουλτούρες και εξελίχθηκε σε μια ηχητική πολιτική δήλωση. Μια ποπ που δεν υπόσχεται το μέλλον, αλλά που ζει πλήρως στο εξαντλητικό παρόν. Μια μουσική που ρωτά: Πώς νιώθουμε ζωντανοί μέσα σε έναν θανατερό κόσμο;
Κέιτι Κιταμούρα
Μια γυναίκα, μια καθοριστική παράσταση. Ή δύο;
Ένα συναρπαστικό, αποσταθεροποιητικό μυθιστόρημα που μας κάνει να αναρωτηθούμε αν γνωρίζουμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Δύο άνθρωποι συναντιούνται για μεσημεριανό σε ένα εστιατόριο του Μανχάταν. Αυτή είναι μια καταξιωμένη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια επερχόμενη πρεμιέρα. Αυτός είναι ελκυστικός, προβληματικός, νέος – αρκετά νέος για να είναι γιος της. Ποιος είναι αυτός για εκείνη και ποια είναι αυτή για εκείνον;
Σε αυτό το λαμπρά δομημένο μυθιστόρημα, δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις ξετυλίγονται, ξαναγράφοντας την αντίληψή μας για τους ρόλους που παίζουμε κάθε μέρα –σύντροφος, γονιός, δημιουργός, μούσα– και τις αλήθειες που κάθε παράσταση κρύβει, ειδικά από εκείνους που νομίζουν ότι μας γνωρίζουν πιο καλά.
Σφιχτοδεμένο και καθηλωτικό, το Οντισιόν, είναι η Katie Kitamura στα καλύτερά της.
Είπαν για το βιβλίο
Η πιο συναρπαστική μέχρι τώρα εξέταση της απάτης που είναι εγγενής στις ανθρώπινες σχέσεις… Λίγοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να αποτυπώσουν το διαπροσωπικό θρίλερ καλύτερα από την Kitamura.
New York Times
Η Katie Kitamura είναι μια συγγραφέας με εκπληκτική δεξιοτεχνία, της οποίας τα μυθιστορήματα φαίνεται να επιτυγχάνουν πάντα δύο αντιφατικά αποτελέσματα: μια ευέλικτη, σαγηνευτική επιφάνεια, κάτω από την οποία σιγοβράζει το χάος των μυαλών και της καταπιεσμένης πραγματικότητας. Είναι πρωτότυπη, έχοντας δημιουργήσει ένα ολόκληρο δικό της είδος.
Rachel Kushner
Δεν έχετε διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο με αυτό το υπέροχα ανησυχητικό βιβλίο. Το Οντισιόν αμφισβητεί τις προκαταλήψεις μας για τον έρωτα, την τέχνη και την ταυτότητα – και, με θαυμάσιο τρόπο, την ίδια μας την αντίληψη για το πώς πρέπει να εξελίσσεται ένα μυθιστόρημα. Αν όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, η Kitamura μας υπενθυμίζει ότι δεν σταματάμε ποτέ να κάνουμε οντισιόν για τους ρόλους μας.
Herman Diaz




