Το ανά χείρας κείμενο του Georg Simmel, το οποίο δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα, είναι πράγματι ένα κείμενο σπαραγματικό, και κατά κάποιον τρόπο επιβεβαιώνει τη γενική παρατήρηση του Lukacs για τη μεταβατικότητα της φύσης του στοχασμού τού Simmel, ο οποίος “αρνείται την ολοκλήρωση […] λόγω αρχών και όχι επειδή είναι ανίκανος να την επιτύχει”. Ωστόσο, παρά τη σπαραγματικότητά του, το κείμενο πρέπει να διαβαστεί με την προϋπόθεση της γενικής θεώρησης του Simmel όσον αφορά το ερωτικό φαινόμενο στον σύγχρονο κόσμο μέσα από τις αντιφάσεις της ατροφίας του ατομικού πολιτισμού, την οποία επιβάλλουν η τεχνοεπιστήμη και οι ορθολογικές δομές του ανθρώπου της λογικής, μακράν και εναντίον από το βάθος της προσωπικότητας του κατακυριευμένου από τη λογοκρατία ανθρώπου της εποχής μας.
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Βιρτζίνια Γουλφ
Όταν η σύζυγος του επιφανούς πολιτικού Γκίλμπερτ Κλάντον πεθαίνει ξαφνικά, αφήνει όλα της τα πράγματα τακτοποιημένα και στη θέση τους.
Εκείνος τα επιθεωρεί συγκινημένος και ξεφυλλίζει αφηρημένα το ημερολόγιό της, καθώς ετοιμάζεται για μια τυπική συνάντηση με την αφοσιωμένη της βοηθό. Όμως αυτό που πρόκειται να μάθει θ’ αλλάξει όλα όσα νόμιζε πως ήξερε για τη γυναίκα του και την κοινή ζωή τους… Μέσα στη μικρή έκταση αυτού του σύντομου διηγήματος, η αλάνθαστη πένα της Βιρτζίνια Γουλφ κεντάει έναν ολοκληρωμένο στοχασμό για τις βεβαιότητες που πολλές φορές τυφλώνουν και τις αθέατες επιθυμίες που κρύβονται πάντα ανάμεσα στον θάνατο και τη ζωή.




