Ο Εθνικός Διχασµός, από το 1915, αποτέλεσε τη µακρότερη πολιτική σύγκρουση στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία. Πολλές διαστάσεις του, πάντως, παραµένουν αντικείµενο συζητήσεων. Τι είδους σύγκρουση ήταν ο Διχασµός; Ήταν εµφύλιος πόλεµος ή κάτι άλλο; Πότε τελείωσε; Ποιος επικράτησε σε αυτόν; Ποιες ήταν οι επιπτώσεις του στους θεσµούς του κράτους; Με ποιους µηχανισµούς ο Διχασµός στην πράξη συχνά αναιρούσε τις βασικές προϋποθέσεις της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύµατος; Πώς εξελίχθηκε ο ρόλος του στρατού στο πλαίσιό του; Υπήρχε κάποιος «µηχανισµός» ανατροπής των ελληνικών πολιτευµάτων τις δύο φορές που τούτο έγινε το 1924 και το 1935; Ποιες ήταν οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασµού όχι µόνο σε ένα «πολιτειακό» επίπεδο, αλλά και στη ζωή του µέσου πολίτη; Πώς επηρέασε ο Εθνικός Διχασµός την πολιτική κουλτούρα της χώρας, µε δεδοµένο ότι υπήρξε µια τόσο έντονη και τόσο µακρά πολιτική διαµάχη; Σε ποιο βαθµό οι πρακτικές και οι νοοτροπίες του Διχασµού συνεχίστηκαν και µετά το τέλος του, καθορίζοντας σε µεγάλο βαθµό το ύφος της πολιτικής αντιπαράθεσης; Πώς επηρέασε την επόµενη µεγάλη θεσµική κρίση, δηλαδή τον εµφύλιο πόλεµο, και σε επίπεδο θεσµών και στις νοοτροπίες; Πώς έγινε δυνατή η υπέρβαση του Διχασµού; Αλλά και κατά πόσον «απόνερά» του εµφανίζονται έως τις ηµέρες µας, ειδικά στην πολιτική κουλτούρα της χώρας; Φωτογραφία εξωφύλλου: H νεκρική ποµπή που συνοδεύει τις σορούς των βασιλέων Κωνσταντίνου Α΄, Όλγας και Σοφίας µετά τη µετακοµιδή τους στην Ελλάδα από την Ιταλία διασχίζει την οδό Πανεπιστηµίου µε προορισµό το Τατόι, Νοέµβριος 1936. (Φωτογραφικό Αρχείο ΙΕΕΕ – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




