Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το ρολόι, σ’ εκείνη τη στιγμή που διαπράξαμε το θεμελιώδες λάθος; Είναι η ζωή κύκλος αιώνιας επανάληψης, ή μοναδική παράσταση χωρίς σενάριο και χωρίς πρόβα; Τρεις κόρες χαμένες, η Αρετή, η Σιράν, η Ευρυδίκη. Τρεις και μυριάδες αποχωρισμοί, και το αβέβαιο χώμα της πατρίδας. Ένας διευθυντής μουσείου αναγκάζεται να θάψει τα αρχαία αγάλματα, και ο Νικόλας, άνεργος και ανέστιος στα σαράντα, αποφασίζει να πραγματοποιήσει το ταξίδι με το τρένο από το Βελιγράδι μέχρι το Βερολίνο, αυτό που δεν είχε τολμήσει στα είκοσι. Ανακαλύπτει από την αρχή το νόημα του οικείου και του ξένου, και συναντά, χωρίς ποτέ να το μάθει, το παρελθόν του, σε μια περιπλάνηση που κάνει τον ξενιτεμό να μοιάζει γυρισμός. “…για δες, πάντα χαμένοι οι Έλληνες, αναγκασμένοι να σκύβουν κάτω, να γυρνάνε πίσω, κάτω στη γη τους, πίσω στους γονιούς τους, πίσω στα παιδιά τους, οι Έλληνες είναι δεμένοι με κάτι από τα παλιά, και την ελευθερία τη βλέπουν σαν επανάληψη του αρχαίου μεγαλείου, της μητρικής αγκαλιάς, της ανοιχτής θάλασσας που τους καταπίνει στο τέλος και τους αποθέτει στον βυθό της ιστορίας, εκεί όπου αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, παρέα με σκουριασμένες περικεφαλαίες και σπασμένα κιονόκρανα, πρασινισμένα από την υγρασία…” (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τζών Φάντε
Ο Σβέβο Μπαντίνι μισεί το χιόνι. Άμα χιονίζει, δεν έχει δουλειά. Χωρίς δουλειά, δεν έχει λεφτά.
Χιονίζει πάλι. Κι αυτός τα τελευταία του λεφτά τα έχασε στον τζόγο. Γυρνάει στο σπίτι του, που ακόμα τό ’χει απλήρωτο, και κλωτσάει το χιόνι.
Γιατί δεν πήγε στην Καλιφόρνια, τότε που μπορούσε; Γιατί κάθεται σ’ αυτό το σπίτι, που ακόμα τό ’χει απλήρωτο, με τη γυναίκα του και με τα τρία του παιδιά; Είναι αγία η γυναίκα του. Αλλά είναι και ηλίθια. Ούτε που τέλειωσε το γυμνάσιο. Και τόσο που τον αγαπάει, αυτόν, τον Σβέβο Μπαντίνι, πώς να την αντέξει;
Χιονίζει, κι ο Σβέβο Μπαντίνι γυρνάει στο σπίτι του και είναι άφραγκος. Και νά, τώρα μαθαίνει πως θα τους επισκεφτεί η Ντόννα Τοσκάνα, η πεθερά του, το μεγάλο του μίσος. Όχι, δεν θα κάτσει άλλο εκεί μέσα, θα σηκωθεί να φύγει. Να πάνε όλοι τους στο διάολο, θα φύγει.
Δημοσιευμένο το 1938, το Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι εγκαινιάζει το Κουαρτέτο του Μπαντίνι. Εδώ θα πρωτοεμφανιστεί ο Αρτούρο Μπαντίνι, alter ego του συγγραφέα, έφηβος γιος μιας δυσλειτουργικής οικογένειας φτωχών Ιταλών μεταναστών στο Κολοράντο, καθώς προσπαθεί να γνωρίσει τον έρωτα και να ονειρευτεί την ωραία ζωή.
Ντένις Τζόνσον
Ο Ντένις Τζόνσον ψηλαφεί έναν κόσμο χαμένο στο παρελθόν του, που έχει όλος πια σβηστεί και τον έχουν τυλίξει σαν περγαμηνή και τον έχουν κρύψει κάπου. Με ήπιο αυτοσαρκασμό, με χιούμορ και τρυφερότητα, με συμπόνια και ακραία λυρική ακρίβεια, ο αφηγητής αυτών των τρομερών ιστοριών βυθίζεται εκεί, στο σκοτάδι κάτω από το σύμπαν, όπου άνθρωποι εξαντλημένοι από την εξάρτηση και τη μοναξιά περιφέρονται κάτω από γιγάντιες φτέρες σε μια γη που μοιάζει φτιαγμένη από χαρτί, δουλεύουν σε νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας, ερωτεύονται σε δωμάτια που αστράφτουν σαν ψεύτικα κοσμήματα, πίνουν σε μπαρ όπου ο καθρέφτης είναι σαν μαχαίρι που διαχωρίζει τα πάντα από τον εαυτό τους, βέβαιοι πως βρίσκονται εδώ σε αυτόν τον κόσμο επειδή δεν θα μπορούσαν να αντέξουν πουθενά αλλού, όσο εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.
Στεμπάστιαν Φίτζεκ
Για ακόμα μία φορά, ο Fitzek μάς εκπλήσσει με μια συλλεκτική έκδοση με διαδραστικό εφέ εξωφύλλου αλλά και μια ανατριχιαστική ιστορία!
Νόμιζε πως ο μεγαλύτερος της φόβος ήταν να είναι μόνη. Μέχρι που ανακάλυψε ότι μόνη δεν ήταν ποτέ.
Η ποινικολόγος Ζάρα Βολφ πάσχει από μονοφοβία, τον φόβο της μοναξιάς. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι πως, απ’ όταν μετακόμισε με την κόρη της στα προάστια του Βερολίνου, έχει έναν αόρατο γείτονα που δεν πρόκειται να την αφήσει μόνη ούτε για ένα δευτερόλεπτο…
Το κακό παραμονεύει κοντά σου.
Πιο κοντά σου απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς…
Το νέο μυθιστόρημα του Νο 1 συγγραφέα ψυχολογικών θρίλερ υπόσχεται εγγυημένα άγρυπνες νύχτες!




