Βλέπετε 1–12 απο 17 αποτέλεσματα

Σάμιουελ Μπέκετ

6.30

Η ειρωνεία στις Ευτυχισμένες μέρες δεν είναι αυτή που συνήθως ονομάζουμε «τραγική ειρωνεία». Δεν γνωρίζουμε περισσότερα απ᾽ όσα γνωρίζει η Γουίνυ· και ό,τι κινητοποιούμε ως συναίσθημα για να αρθούμε πάνω από το δικό της δράμα αυτογνωσίας και αυταπάτης επιστρέφει σ᾽ εμάς τους ίδιους. Τη Γουίνυ δεν μπορούμε να της αντικρίσουμε με οίκτο ή με συγκατάβαση.

Είναι ένα από τα πιο συμπαθητικά πρόσωπα που έχει πλάσει το θέατρο. Μας προσεταιρίζεται με μια βαθιά αλλά αμήχανη συμπάθεια, γιατί απλούστατα συμπάσχει με τις βαθύτερες, τις πιο ανεξιλέωτες ανησυχίες μας. Στον πυρήνα όλου του έργου του Μπέκετ έχει εγκατασταθεί μια τραγική αντίληψη του κόσμου και της ανθρώπινης κατάστασης, από την οποία ωστόσο αρνούνται να αποσχιστούν ἡ καλοσύνη, το σκώμμα και ο γέλως – ο γέλως του φιλοσόφου και ο γέλως του γελωτοποιού· ποτέ όμως ο σαρκασμός εκείνου που χλευάζει.

Σαρλ Μπωντλαίρ

13.95

Δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και γαλλικά) δύο ενοτήτων από το σκανδαλώδες αριστούργημα του Μπωντλαίρ. Οι «Παρισινοί πίνακες» και «Τα απαγορευμένα ποιήματα» περιλαμβάνουν ποιήματα με τολμηρό ερωτικό περιεχόμενο, και ανήκουν οργανικά στα Άνθη του κακού (1857), τη μία και μόνη συλλογή του Μπωντλαίρ.

Ζυράννα Ζατέλη

16.00

«Δεν μπορείς να πεθάνεις αν δεν γράψεις αυτήν την ιστορία».
«Για να την γράψω πρέπει κάποιος να πεθάνει πρώτα».

Έρχονταν κι έφευγαν οι εποχές, οι μέρες καταπίνανε τις μέρες, κι η Λεύκα παράδερνε μες στην σιωπή και στους δισταγμούς της. Όλο ένοιωθε να την φυσάει το αεράκι της ευφορίας, να παρακινείται συθέμελα να γράψει επιτέλους την «ιστορία φάντασμα», όλο μαζεύονταν τα σύννεφα πάνω από το κεφάλι της, κι έλεγες τώρα θ’ ανοίξουν οι κρουνοί και να πώς ξεκινούν οι καταιγίδες. Πέφτανε τότε μερικές ωραίες στάλες, το ρίγος την συνέπαιρνε, κι ύστερα πάλι όλα χάνονταν, κρύβονταν κατά πού δεν ξέρουμε. Και πόσο ακόμα να περιμένει ν’ αποδημήσει ένας άνθρωπος για να λάβει το λάκτισμα, την ευλογία!… Πώς αντέχω και δεν απελπίζομαι; αναρωτιόταν, την ώρα που μέσα της βαθειά εφτά φορές είχε αλλάξει δέρμα απ’ την απελπισία. Κι εκεί ήταν το ζήτημα: οι φοβερότερες στιγμές και σκέψεις, οι πιο ανείπωτες, δύνανται άραγε να γραφούν σ’ ένα χαρτί ή μήτε στον αιώνα τον άπαντα; Δύναται να «κρυφτεί» η ίδια μέσα σ’ αυτά που έγραφε ή μόνο να κρυφτεί απ’ αυτά; Κι αν δεν υπήρχε διαφορά;

Μια μαγική αναζήτηση για τα άρρητα της γραφής, μέσα στα μυστικότερα μονοπάτια της μυθοπλασίας· γιατί τα καλύτερα είναι αυτά που δεν γράφονται και το πιο σημαντικό ποτέ δεν το λέμε.

Εντουάρ Λουί

9.00

«Για μεγάλο μέρος της ζωής της η μητέρα μου έζησε μες στη φτώχεια και την ανάγκη, στο περιθώριο, τσακισμένη και πολλές φορές ταπεινωμένη από τη βία των αντρών. Η ύπαρξή της έμοιαζε να οριοθετείται απολύτως από τη διπλή κυριαρχία που ασκούνταν πάνω της, την κυριαρχία της τάξης και την ανδρική κυριαρχία. Κι όμως, μια μέρα, στα σαράντα τέσσερά της, εξεγέρθηκε ενάντια σε αυτή τη ζωή, έφυγε, και σιγά σιγά θεμελίωσε την ελευθερία της. Το βιβλίο είναι η ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης.»

Βιβλία

Ο εφιάλτης

Χανς Φάλαντα

13.50

Γερμανία 1945: Σε μια επαρχιακή πόλη υπό σοβιετική διοίκηση και στο κατεστραμμένο Βερολίνο, ένας συγγραφέας και η γυναίκα του, κυριευμένοι από φόβο και ενοχές, προσπαθούν απελπισμένα να επιβιώσουν. Το πιο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα και μια συγκινητική μαρτυρία για τη ζωή στη Γερμανία τους πρώτους μήνες μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ.

Ζωρζ Σιμενόν

14.00
Ένας επαρχιακός γιατρός, που ζει μια συμβατική οικογενειακή ζωή, προβαίνει, μετά την καταδίκη του, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στον δικαστή του, χωρίς την αναζήτηση κανενός οίκτου. Γράφει για ό,τι τον οδήγησε στον φόνο, για ένα εκτός ορίων και ελέγχου πάθος ερωτικό. Ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματα  του Σιμενόν, με τη συγκλονιστική ανατομία ενός φόνου.

Σάιμον Κρίτσλεϊ

19.80

Μπορεί να νοµίζουµε ότι έχουµε ξεµπερδέψει µε το παρελθόν, αλλά το παρελθόν δεν έχει ξεµπερδέψει µε εµάς. Η αρχαία τραγωδία µάς επιτρέπει να έρθουµε πρόσωπο µε πρόσωπο µε ό,τι δε γνωρίζουµε για τον εαυτό µας.

Στο βιβλίο αυτό ο Simon Critchley εξετάζει ό,τι νοµίζαµε πως γνωρίζαµε για τους ποιητές, δραµατουργούς και φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας και µας τους παρουσιάζει υπό ένα φως καινούριο, απροσδόκητο και πρωτότυπο. Με τρόπο προκλητικό και επίκαιρο περιγράφει πώς η τραγωδία εξακολουθεί να εκφράζει τις συγκρούσεις και αντιφάσεις του κόσµου στον οποίο ζούµε σήµερα.
Η τραγωδία παρουσιάζει έναν κόσµο όπου η ιδιωτική και η δηµόσια ζωή συγκρούονται και καταρρέουν. Έναν κόσµο οργής, θλίψης και πολέµου. Έναν κόσµο όπου η ηθική είναι αµφίσηµη και οι δυνατοί ταπεινώνουν και καταστρέφουν τους αδύναµους. Έναν κόσµο όπου το δίκαιο µοιάζει πάντοτε να βρίσκεται και στις δυο πλευρές και όπου ωραιοποιηµένες λέξεις λειτουργούν ως προκάλυµµα για κρυφές επιχειρήσεις βίας. Έναν κόσµο µάλλον σαν τον δικό µας.

Πρέπει να προσπαθήσουµε να κάνουµε τους αρχαίους να ζήσουν ξανά στην εποχή µας. Στον καθρέφτη τους, βλέπουµε όλη την απόγνωση και πλάνη της ζωής µας, αλλά και την τροµακτική οµορφιά και ένταση της ύπαρξης. Αν θέλουµε να καταλάβουµε καλύτερα τον εαυτό µας, τότε πρέπει να επιστρέψουµε στο θέατρο και στην αρχαία τραγωδία, που µε το δριµύ και αυστηρό της βλέµµα µάς επιτρέπει να δούµε φευγαλέα τι σηµαίνει να είµαστε ζωντανοί.

Νάσια Διονυσίου

10.80

Μέσα από τις ημερολογιακές σημειώσεις ενός Κύπριου δημοσιογράφου ξεδιπλώνεται η ιστορία των βρετανικών στρατοπέδων της Αμμοχώστου – των «camps», που οι Κύπριοι τα είπαν «Κάμπους»· εκεί όπου, μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο πριν από την ίδρυση του Ισραήλ, κρατήθηκαν Εβραίοι πρόσφυγες.

Ακούγοντας τις μαρτυρίες των προσφύγων, ο δημοσιογράφος ανασυνθέτει την παροντική τους κατάσταση και τις προσδοκίες τους για το μέλλον, όλα με φόντο το πιο ακραίο κακό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Τα απόκοσμα όνειρα που ταράζουν τις νύχτες του ήρωα ξετυλίγουν τη «Φούγκα του θανάτου», το πιο γνωστό ίσως ποίημα για το Ολοκαύτωμα, του Πάουλ Τσέλαν, που, σ’ ένα συμβολικό κράμα παραίσθησης και πραγματικότητας, μέσα απ’ τα μάτια του δημοσιογράφου γίνεται μια φιγούρα που περιφέρεται στο στρατόπεδο.

Η ημερολογιακή αφήγηση διακόπτεται από τρεις παράλληλες ιστορίες, τοποθετημένες στον ίδιο χώρο και χρόνο, σε γλώσσα που συχνά ταλαντεύεται μεταξύ της ελληνικής και της κυπριακής παραλλαγής της. Μια αγρότισσα κρύβει στο σπίτι της έναν Γερμανό αιχμάλωτο που δραπέτευσε. Μέσα από την ανάμνηση ενός σεφαραδίτικου τραγουδιού, μια Εβραία της Θεσσαλονίκης μνημονεύει την πόλη και τους νεκρούς της.Ένας νεαρός οδηγός, Μεγάλη Παρασκευή, βγάζει κρυφά μερικά παιδιά από το στρατόπεδο.

Το βιβλίο πραγματεύεται σε πρώτο επίπεδο το Ολοκαύτωμα και τις συνθήκες ζωής στα στρατόπεδα κράτησης. Σε παράλληλη ωστόσο πορεία λανθάνουν κι άλλα: Η ένταση των Κυπρίων που σιγοβράζει κάτω από τον αποικιοκρατικό ζυγό κι ο κατοπινός ξεριζωμός από την ίδια την πόλη της Αμμοχώστου.

Η εναλλαγή ρόλων –γηγενείς και πρόσφυγες, ριζωμένοι και εκδιωγμένοι, διώκτες και διωκόμενοι– μέσα στην αέναη περιστροφή της ιστορικής συγκυρίας. Η απώλεια του τόπου και του ανήκειν κι η αδυναμία της γλώσσας να την περιγράψει. Η ανθρωπιά ως τελευταίο ανάχωμα μπροστά στον φόβο, την τυφλότητα και το μίσος.

Ποια η σχέση ιστορίας και μνήμης, ποιες οι δυνάμεις της καταστροφής και ποιες οι δυνάμεις της καλοσύνης: Αυτά είναι τα ερωτήματα που συνοψίζονται στο μεγάλο ερώτημα του βιβλίου: «Τι είναι ένας κάμπος».

Κέιτ Κιρκπάτρικ

16.92

Η Σιµόν ντε Μποβουάρ θεωρείται µία από τις πιο επιδραστικές διανοούµενες του 20ού αιώνα. Ως σύµβολο της απελευθέρωσης των γυναικών, ενέπνευσε αλλά και σκανδάλισε τη γενιά της µέσα από τις αντισυµβατικές σχέσεις της. Ως φιλόσοφος και συγγραφέας, κέρδισε σηµαντικά λογοτεχνικά βραβεία και άλλαξε τον τρόπο µε τον οποίο αντιµετωπίζουµε τα έµφυλα ζητήµατα µε το βιβλίο της Το δεύτερο φύλο. Παρά τις επιτυχίες της, όµως, αναρωτιόταν µήπως υποτιµούσε τον εαυτό της.

Αν και η σχέση της µε τον Ζαν-Πολ Σαρτρ έχει καταγραφεί στις θρυλικές ερωτικές σχέσεις του προηγούµενου αιώνα, για την Μποβουάρ είχε το κόστος της: για δεκαετίες ολόκληρες έµεινε στη σκιά του υπαρξιστή φιλοσόφου. Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στο φως ηµερολόγια και επιστολές που αποκαλύπτουν την ευρηµατικότητα της δικής της φιλοσοφίας αλλά και τη θέση των υπόλοιπων εραστών στη ζωή της.
Αυτή η πρωτοποριακή βιογραφία αντλεί υλικό από αδηµοσίευτες πηγές για να αφηγηθεί τη συναρπαστική ιστορία του πώς η Σιµόν έγινε η Μποβουάρ, η γυναίκα που ακόµα και σήµερα προκαλεί και µας εµπνέει.

Λουίζ Γκλικ

13.50

“Στο τέλος του μαρτυρίου μου
υπήρχε μία πόρτα.
Άκουσέ με: αυτό που ονομάζεις θάνατο
το θυμάμαι” (Από το ποίημα “Η άγρια ίρις”)

Η παραβολή και ο μύθος είναι παρόντα σε όλη την έκταση της ποίησης της Λουίζ Γκλικ, μιας ποίησης που υπερβαίνει τη γυναικεία εμπειρία, μεταμορφώνοντας τη σε ένα απλό ίχνος, ένα εννοιακό σημάδι που μένει να διερευνηθεί, να αμφισβητηθεί και να ερμηνευτεί. Ιδιαίτερα στη συλλογή Η άγρια ίρις, το στοιχείο της παραβολής προσδίδει στον κήπο -τον φανταστικό χώρο μέσα στον οποίο αναπτύσσονται οι φωνές της ποιητικής σύνθεσης- βιβλική και μυθολογική χροιά.

Μέσα στον κήπο της κηπουρού (της ποιήτριας) διαδραματίζεται μια συνομιλία μεταξύ τριών “φωνών”; του Θεού ή ενός ανώτερου όντος, της ποιήτριας, και των φυτών και λουλουδιών. Η κηπουρός αναρωτιέται για το πεπερασμένο της ύπαρξής της, για τη φθορά των σχέσεων με τους άλλους, για τη διαρροή του νοήματος. Απευθύνεται στον Δημιουργό της, ζητώντας του κατά έναν τρόπο να αποκαλυφθεί, μέσα από προσευχές (ή αντι-προσευχές), τις οποίες η Γκλικ προσφυώς τιτλοφορεί “Όρθρους” και “Εσπερινούς”. Ο Θεός απευθύνεται στα δημιουργήματά του μέσα από ποιήματα που αναφέρονται σε μια στιγμή μέσα στην ημέρα (“Καθαρό πρωινό”), ή μέσα στο έτος (“Απρίλιος”), κάποτε ακόμη και σε μια μετεωρολογική συνθήκη (“Άνεμος που αποσύρεται”). Η φωνή των φυτών και των λουλουδιών, τα οποία εμφανίζονται στη σύνθεση με μια σειρά που αντιστοιχεί στον φυσικό κύκλο της ζωής τους, λειτουργεί αντιστικτικά προς τη συνομιλία Δημιουργού και κηπουρού, δημιουργώντας μια ορατοριακού χαρακτήρα πολυφωνία μέσω της οποίας σχολιάζεται η αέναη επανάληψη γέννησης, θανάτου και αναγέννησης – ο αδιάσπαστος κύκλος της ζωής.

Με μια γραφή που χρησιμοποιεί καθημερινή γλώσσα, η οποία, ωστόσο, μεταρσιώνεται μέσω της λεπτής επεξεργασίας του στίχου, των αιφνίδιων τομών, των εκλείψεων και των πολλαπλών βιβλικών και μυθολογικών αντηχήσεων στον πυρήνα των ποιημάτων, η Λουίζ Γκλικ μεταφέρει με ενάργεια την οξύτητα του οράματός της. Μια εξαιρετική ποιητική σύνθεση για τον καιρό της ανθοφορίας αλλά και του μαρασμού, που αποτυπώνει αριστοτεχνικά την τραγική ομορφιά της ζωής, σε όλες τις μορφές της.

Ευκλείδης Τσακαλώτος

20.00

Ο βασικός κορμός του βιβλίου αποτελείται από τα πολιτικά ημερολόγια δύο περιόδων: 2019-2021 και 2012-2013.

Περιλαμβάνονται επίσης και κάποια άλλα κείμενα που έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει σε εφημερίδες την περίοδο 2019-2021 αλλά και στο περιοδικό Κάπα το 1987, και τα οποία κατά τη γνώμη μου παραμένουν επίκαιρα στη σημερινή συγκυρία και εξακολουθούν να έχουν γενικότερο ιδεολογικό ενδιαφέρον.
Συμπεριλαμβάνεται ακόμα, με τη μορφή εισαγωγής, ένα εντελώς νέο κείμενο, το οποίο εξηγεί την επιλογή της παρέμβασης με τη μορφή πολιτικού ημερολογίου και εμπεριέχει αρκετά βιωματικά στοιχεία, τόσο της πολιτικής όσο και της προσωπικής μου διαδρομής.

Παρότι οικονομολόγος –που ως τέτοιος έχει την τάση να εμβαθύνει σε θέματα οικονομίας– θεωρώ ότι η Αριστερά, αν θέλει να ανακτήσει την ιδεολογική, και όχι μόνο, ηγεμονία της, οφείλει να παρεμβαίνει σε μια πολύ ευρεία γκάμα θεμάτων. Γι’ αυτό και στο πολιτικό μου ημερολόγιο θα συναντήσει κανείς από αναλύσεις για τη σημασία της δημοσιονομικής πολιτικής μέχρι λογοτεχνικά κείμενα του Τζόναθαν Κόου, του Αντρέα Καμιλέρι, της Μάρως Δούκα και του Εντουάρ Λουί· από θέσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις φυσικών μονοπωλίων μέχρι ζητήματα φύλου· από τα ανθρώπινα δικαιώματα μέχρι την περιβαλλοντική κρίση. Στα μάτια μου, όλα είναι αλληλένδετα, αποτελούν όλα πεδία δράσης για την Αριστερά. Μένει η ματιά του αναγνώστη και της αναγνώστριας.
Ευκλείδης Τσακαλώτος

Γοντα Φαν Στιν

25.20

– «Από πού είστε»; Είναι η πιο συνηθισμένη ερώτηση που κάνουν οι Έλληνες στους ξένους επισκέπτες. Εκφράζει την ανάγκη να καταλάβεις από πού προέρχεται κάποιος, να τον τοποθετήσεις σε ένα τοπικό,  χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο. Και όμως, 4.000 περίπου Έλληνες δεν μπορούν να δώσουν μια ξεκάθαρη απάντηση: οι διεθνείς υιοθεσίες από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ (και αργότερα προς την Ολλανδία), από τη δεκαετία του 1950 και μετά, διατάραξαν την αίσθηση του ανήκειν. Οι υιοθετημένοι αυτοί και οι οικογένειές τους έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια διερωτώμενοι για το τι ακριβώς συνέβη, ενώ συχνά αναζητούν εναγωνίως  τις ρίζες τους σε μια ελληνική οικογένεια.

Ελπίζω ότι  το βιβλίο προσφέρει απαντήσεις μέσα από τις δύσκολες πορείες που διένυσαν οι υιοθετημένοι στη διάρκεια της ζωής τους. Πορείες που, όλες μαζί, συνθέτουν ένα άγνωστο κεφάλαιο στην ιστορία της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.