“Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε!” Είναι απίστευτο πως η οδύνη διεισδύει με περισσότερη οξυδέρκεια στα ζητήματα της ψυχής από την ίδια την ψυχολογία! Δεν είχε κυλήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που, αναλύοντας τα συναισθήματά μου, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως ο οριστικός αυτός χωρισμός ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσα και, συγκρίνοντας την ένδεια των απολαύσεων πού μου πρόσφερε η Αλμπερτίν με την πληθώρα των απολαύσεων τις οποίες μου στερούσε, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, πιστεύοντας βέβαια πως η σκέψη μου διέθετε την απαραίτητη διεισδυτικότητα, ότι δεν ήθελα πια να τη βλέπω, ότι δεν ήμουν πλέον ερωτευμένος μαζί της. Εντούτοις τα λόγια: “Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε” είχαν σε τέτοιο βαθμό ραγίσει την καρδιά μου που ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα για πολύ. Έτσι εκείνο που θεωρούσα μηδαμινό ήταν τελικά ο πυρήνας της ζωής μου.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Ελισάβετ Χρονοπούλου
«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τζόναθαν Κόου
Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.
Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…
Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.



