Η ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ τοποθετείται στην καρδιά του δράματος της ζωής του Τολστόι, στην πιο κρίσιμη στιγμή της πολυετούς εσωτερικής διαμάχης του (κατά τη γνώμη μας από τότε που έπιασε την πένα), μιας διαμάχης ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον ηθικολόγο, τον ποιητή και τον προφήτη, τον άνθρωπο της γης -άξιο να γεύεται όλες τις χαρές της ζωής με τη μεγαλύτερη ένταση- και τον ασκητή που τείνει προς μια ολοένα και πιο ολοκληρωτική λιτότητα, έως την ύστατη φυγή και το θάνατο στον μικρό σταθμό του Αστάποβο. Οι δύο αυτές αντίθετες δυνάμεις συνυπάρχουν μέσα του και κυριαρχούν με τη σειρά τους, παίρνοντας η μία τη σκυτάλη από την άλλη: Εκείνος άλλοτε δίνεται στη μία, άλλοτε στην άλλη, και δεν βρίσκει ισορροπία παρά μονάχα στη σωματική άσκηση: κυνήγι, εργασίες στα χωράφια, τα οποία, εξουθενώνοντάς τον, κάνουν να πάψουν προς στιγμήν αυτές οι δύο αγωνιώδεις φωνές. Έτσι, όταν γράφει την Άννα Καρένινα, είναι βαθιά διχασμένος: από τη μια εύχεται να τελειώσει το συντομότερο το έργο ώστε να βρει χρόνο για τα επιτακτικά ερωτήματα που τον ταλανίζουν, ιδίως το θρησκευτικό ερώτημα: Ποιός είναι ο Θεός; Μπορεί άραγε να πιστεύει ακόμη σ’ Εκείνον; Από την άλλη όμως, ο καλλιτέχνης ωθείται από μια σχεδόν ακατανόητη δύναμη να τελειοποιήσει το έργο, να το κάνει όσο πιο άψογο γίνεται. Τα συναισθήματα που τρέφει για τη δουλειά του είναι αντιφατικά: Άλλοτε την αγαπά, άλλοτε την απεχθάνεται. Η πλέον θεαματική κρίση ξεσπά τη στιγμή περίπου όπου έχει φτάσει στη μέση του μυθιστορήματος. Συγγραφέας παγκοσμίου φήμης, που φαινομενικά δεν του λείπει απολύτως τίποτε, αμφιταλαντεύεται για το έργο και τη ζωή του, καταλαμβάνεται από ένα είδος ιλίγγου μπροστά στο αιώνιο ερώτημα “προς τί;” και σκέφτεται την αυτοκτονία. […]
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Ζοζέ Σαραμάγκου
Το βιβλίο αυτό του Ζοζέ Σαραμάγκου, που δημοσιεύτηκε το 1980 και εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, εξεικονίζει τον αγώνα ενός λαού να ξεπεράσει αιώνες καταπίεσης, εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας. Η περίτεχνη αφήγηση, προσωπική και αυτοβιογραφική, παρακολουθεί την πορεία της οικογένειας Μάου-Τέμπο. Πρόκειται για φτωχούς αγρότες που μοιάζουν αρκετά με τους προγόνους του ίδιου του συγγραφέα. Η ζωή αυτών των ανθρώπων, γεμάτη κόπο και ιδρώτα, εκτυλίσσεται σε μια μαρτυρική περιοχή της νότιας Πορτογαλίας. Στο φόντο εξελίσσονται σημαντικά γεγονότα, εθνικά και διεθνή, όπως η έλευση της δημοκρατίας στη χώρα, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, καθώς επίσης η απόπειρα δολοφονίας κατά του δικτάτορα Σαλαζάρ. Όμως τίποτα δεν επηρεάζει πιο πολύ τους χαρακτήρες από την προοπτική να υπάρξουν αλλιώς, τίποτα δεν ανακινεί μέσα τους την ελπίδα περισσότερο από την ανατρεπτική ιδέα της δικαιοσύνης. Το μυθιστόρημα Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη είναι ένας σημαντικός σταθμός στη δημιουργική πορεία του μετέπειτα νομπελίστα. Βιβλίο οδύνης αλλά και μεγάλης αγάπης, ένας συγκινητικός φόρος τιμής στους άντρες και στις γυναίκες που τον διαμόρφωσαν.
«Το βιβλίο τιτλοφορείται Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη. Γιατί, κατά βάθος, οι άνθρωποι σηκώνονται απ’ τη γη, σηκώνονται τα σταροχώραφα, στη γη είναι που σπέρνουμε, στη γη είναι που γεννιούνται τα δέντρα, και απ’ τη γη, εντέλει, μπορεί να σηκωθεί ένα βιβλίο».
Ζοζέ Σαραμάγκου
Ζοζέ Σαραμάγκου
Το βιβλίο αυτό του Ζοζέ Σαραμάγκου, που δημοσιεύτηκε το 1980 και εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, εξεικονίζει τον αγώνα ενός λαού να ξεπεράσει αιώνες καταπίεσης, εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας. Η περίτεχνη αφήγηση, προσωπική και αυτοβιογραφική, παρακολουθεί την πορεία της οικογένειας Μάου-Τέμπο. Πρόκειται για φτωχούς αγρότες που μοιάζουν αρκετά με τους προγόνους του ίδιου του συγγραφέα. Η ζωή αυτών των ανθρώπων, γεμάτη κόπο και ιδρώτα, εκτυλίσσεται σε μια μαρτυρική περιοχή της νότιας Πορτογαλίας. Στο φόντο εξελίσσονται σημαντικά γεγονότα, εθνικά και διεθνή, όπως η έλευση της δημοκρατίας στη χώρα, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, καθώς επίσης η απόπειρα δολοφονίας κατά του δικτάτορα Σαλαζάρ. Όμως τίποτα δεν επηρεάζει πιο πολύ τους χαρακτήρες από την προοπτική να υπάρξουν αλλιώς, τίποτα δεν ανακινεί μέσα τους την ελπίδα περισσότερο από την ανατρεπτική ιδέα της δικαιοσύνης. Το μυθιστόρημα Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη είναι ένας σημαντικός σταθμός στη δημιουργική πορεία του μετέπειτα νομπελίστα. Βιβλίο οδύνης αλλά και μεγάλης αγάπης, ένας συγκινητικός φόρος τιμής στους άντρες και στις γυναίκες που τον διαμόρφωσαν.
«Το βιβλίο τιτλοφορείται Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη. Γιατί, κατά βάθος, οι άνθρωποι σηκώνονται απ’ τη γη, σηκώνονται τα σταροχώραφα, στη γη είναι που σπέρνουμε, στη γη είναι που γεννιούνται τα δέντρα, και απ’ τη γη, εντέλει, μπορεί να σηκωθεί ένα βιβλίο».
Ζοζέ Σαραμάγκου




