Μπορούμε να έχουμε έγκυρη γνώση του παρελθόντος αφού αυτό δεν υπάρχει πια; Τι είναι τα γεγονότα και σε τι διαφέρουν από τα συμβάντα; Η ιστοριογραφία ανακαλύπτει τις ιστορίες που διηγείται ή τις φιλοτεχνεί; Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις και στις προθέσεις ιστορικών υποκειμένων; Τι εννοούμε όταν λέμε «θα μας κρίνει η ιστορία»; Μοιάζουν οι ιστορικοί με δικαστές, με ψυχαναλυτές ή με ντετέκτιβ; Μπορεί πεποιθήσεις του παρελθόντος που μας φαίνονται σήμερα παράλογες να ήταν εύλογες και ορθολογικές; Πώς να κατανοήσουμε την αντικειμενικότητα στην ιστορία; Ως ουδετερότητα, ως αμεροληψία, ως απόλυτη σύλληψη της πραγματικότητας; Είναι η ουδετερότητα αρετή για τον/την ιστορικό; Είναι η ιστορία επιστήμη ή μία τέχνη που διδάσκει και συγκινεί; Αν η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται όπως λέγεται συχνά, γιατί να τη μελετάμε; Αυτά και άλλα ανάλογα ερωτήματα εξετάζει η φιλοσοφία της ιστορίας όχι για να δώσει οριστικές απαντήσεις, αλλά για να φέρει στο φως και να διασαφηνίσει μέσα από φιλοσοφική ανάλυση πολλές από τις όψεις αυτών των θεμάτων ώστε να εκτιμήσουμε καλύτερα τα ιστοριογραφικά κείμενα, να απολαύσουμε πιο στοχαστικά τις ιστορικές αφηγήσεις και γα κατανοήσουμε πληρέστερα τις διαμάχες σχετικά με την ιστορία.
Άννα Καταρίνα Σάφνερ
Γιατί νιώθουμε όλοι τόσο εξαντλημένοι; Μήπως παλεύουμε ν’ ανταποκριθούμε στα υψηλά πρότυπα που θέτει ο τελειομανής εαυτός μας ή απλώς πασχίζουμε να αντεπεξέλθουμε στις πολλαπλές απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής; H Anna Katharina Schaffner, ιστορικός του πολιτισμού και εξειδικευμένη coach για το burnout καταπιάνεται με όλους εκείνους τους παράγοντες που μας στερούν την ελευθερία και μας αρρωσταίνουν.
Αντλώντας από την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, η Schaffner ανιχνεύει τα αίτια και την ιστορία της εξάντλησης και παράλληλα αναδεικνύει νέους τρόπους για την καταπολέμηση του στρες και της αρνητικότητας. Ένα αντισυμβατικό και ευρηματικό βιβλίο, παρηγορητικό και ανακουφιστικό, γεμάτο πρακτικές συμβουλές που μας δείχνει πώς μπορούμε να ελέγξουμε την εξάντλησή μας και να ξαναβρούμε τη χαρά της ζωής. «Αντίδοτο στον εξαντλητικό σύγχρονο τρόπο ζωής» (The Sunday Times).
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.
Κρίστοφερ Κινγκ
Το 1929 στην Επιφάνεια, ένα μακεδονίτικο χωριό έξω από τα Γρεβενά, η οικογένεια του Χαραλάμπη δοκιμάζεται. Πρώτα θα σκοτωθεί ο ίδιος ο Χαραλάμπης. Ύστερα ο πρωτότοκος γιος, ο Αποστόλης, θα φύγει για τη Θεσσαλονίκη. Και δυο χρόνια αργότερα, τη μεγάλη Παρασκευή του 1931, στη διάρκεια του ετήσιου καψίματος του Ιούδα στην πλατεία του χωριού, ο μικρότερος γιος, ο Λάζαρος, θα μείνει παράλυτος.
Μετά τον τραυματισμό του Λάζαρου, στην Επιφάνεια συμβαίνουν πράγματα ανεξήγητα. Έτσι τουλάχιστον πιστεύει ο παπάς του χωριού, ο πάτερ Κωνσταντής, ο οποίος —μετά από αλλεπάλληλες εμπειρικές παρατηρήσεις αλλά και μυστικές ενοράσεις— πείθεται τελικά πως, μέσω του Λάζαρου και των καινοφανών ικανοτήτων του, μιλάει ο Θεός ο ίδιος.
Ο πάτερ Κωνταντής δεν έχει αμφιβολία: στην Επιφάνεια συντελείται ένα θαύμα. Γι’ αυτό και θ’ αναθέσει στον Λάζαρο ένα έργο θεϊκό.




