Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη αγγλική έκδοσή του (The Ritual Lament in Greek Tradition, Cambridge University Press, 1974), το βιβλίο της Mάργκαρετ Aλεξίου παραμένει η πιο ενδελεχής και πολυσυζητημένη διαχρονική αλλά και ταυτόχρονα συγχρονική μελέτη του θρήνου στην ελληνική παράδοση. Oι συνεχείς αναφορές της διεθνούς βιβλιογραφίας στο έργο αυτό από την πρώτη εμφάνισή του μέχρι σήμερα διαγράφουν την ξεχωριστή πορεία του και το καθιερώνουν πλέον στο χώρο των κλασικών, βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών, καθώς και της Aνθρωπολογίας και της Λαογραφίας. Γράφοντας σε μια εποχή όπου η μελέτη της προφορικής λογοτεχνίας ακολουθούσε καινούριους δρόμους ―κυρίως χάρη στη συμβολή των Mίλμαν Πάρρυ και Άλμπερτ Λόρντ― ενώ οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες ανανέωναν το ενδιαφέρον τους και τον θεωρητικό εξοπλισμό τους για τη διερεύνηση των πολιτισμικών εκφάνσεων του θανάτου, η συγγραφέας συνθέτει την πρώτη συστηματική διεπιστημονική προσέγγιση του τελετουργικού θρήνου σε όλο το εύρος της ελληνικής παράδοσης. Στους μεθοδολογικούς προσανατολισμούς της συνέβαλε καίρια η επιτόπια έρευνά της στην Eλλάδα κατά τη δεκαετία του 1960.
Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΛΕΞΙΟΥ σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, του οποίου είναι διδάκτωρ. Είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Χάρβαρντ, όπου δίδαξε από το 1986 μέχρι το 2001 ως κάτοχος της Έδρας Γιώργου Σεφέρη. Από το 1964 ώς το 1985 δίδασκε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Το έργο της περιλαμβάνει μελέτες για την αρχαία ελληνική παράδοση, τη βυζαντινή λογοτεχνία, για νεότερους λογοτέχνες, όπως ο Βιζυηνός, ο Μυριβήλης και ο Καβάφης, καθώς και για την προφορική λογοτεχνία και το δημοτικό τραγούδι. Κατά τη μακρόχρονη πανεπιστημιακή της πορεία επηρέασε αποφασιστικά μεγάλο αριθμό ερευνητών διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Ζει στην ιστορική πόλη Ουώλμερ, στο Κέντ της Αγγλίας.
Τούτη η σκηνή εδώ είναι η Τροία. Αγέρωχοι ηγεμόνες από τα ελληνικά νησιά με το αίμα κορωμένο στείλαν πλήθος καράβια στο λιμάνι της Αθήνας με στρατιώτες φορτωμένα και με τα εργαλεία δεινότατου πολέμου. Οι εξήντα εννιά απ’ αυτούς φορούνε βασιλικές κορόνες στο κεφάλι. Ξεκίνησαν απ’ το Σαρωνικό να φτάσουν στη Φρυγία κι όρκο έχουνε πάρει να γκρεμίσουνε την Τροία, που μέσα στα δυνατά κι αμάχητα τειχιά της ζει η Ελένη, του βασιλιά Μενέλαου η γυναίκα, σε μια κλίνη με τον ηδονικό τον Πάρη, που την είχε αρπάξει.
Αυτή ‘ναι η αιτία του πολέμου. Κι έχουν ξεφορτώσει στην Τένεδο, όπου φτάσαν, τα βαρύφορτα τα πλοία λεφούσι πολεμόχαρο. Κι άκοποι καθώς ήταν οι Έλληνες κι ανέγγιχτοι απ’ τη φούρια του πολέμου, στήσανε τις σκηνές τους στις πεδιάδες του Δαρδανού.
Της πόλης του Πριάμου οι έξι πύλες, η Ιλιάδα, η Τύμβρια, η Δαρδανική, η Τρωική, η Χαίτα κι η Αντηνορίδα, σφιχτοκλειδωθήκαν με μαντάλους θεόρατους, χοντρά δοκάρια και βαρειές αμπάρες, και μες στην πόλη περιορίστηκαν οι Τρωαδίτες. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)
Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Ιαπωνία. Η Ρίκι έφυγε από τη βαρετή γενέτειρά της στο Χοκάιντο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Τόκιο. Όμως στη μεγάλη πόλη μόλις που τα βγάζει πέρα. Κάθε μέρα τρώει μεσημέρι βράδυ το ίδιο γεύμα: ένα βραστό αυγό που δεν κοστίζει και πολύ. Έτσι, όταν η φίλη της ανακαλύπτει ένα πρακτορείο που προσφέρει ένα παχυλό ποσό για δωρεά ωαρίων, αρπάζουν και οι δύο την ευκαιρία για μια συνέντευξη. Από την άλλη, η Γιούκο και ο Μοτόι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Δοκίμασαν σχεδόν κάθε διαθέσιμη επιλογή, αλλά μάταια – μέχρι που ο Μοτόι ανακαλύπτει ότι, παρόλο που η παρένθετη μητρότητα είναι παράνομη στην Ιαπωνία, υπάρχει μια εταιρεία που έχει βρει ένα παραθυράκι. Ταξικές διαφορές, εξουσία, έλεγχος πάνω στο σώμα του άλλου. Η γραφή της Kirino ξηλώνει σιγά σιγά τις ραφές της κοινωνίας, επαναξιολογώντας την αντίληψή μας για τη μητρότητα, την αυτοεκτίμηση, τη σωματική αυτονομία και την κοινωνική τάξη. Τι σημαίνει να έχεις τον έλεγχο; Και τελικά μπορεί πράγματι το χρήμα να αγοράσει την ευτυχία; Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Iαπωνία. (Από τον εκδότη)
Ιούλιος 2018. Ο Μιχάλης Κρόκος προσπαθεί να εκδώσει το παλπ μυθιστόρημα που έγραψε για την Documenta της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει στο καυτό καλοκαίρι του υπερτουρισμού και του Airbnb. Ένας παλιός φίλος, εκδότης περιοδικού, τον στέλνει στην Ικαρία, από όπου ο Κρόκος έχει μακρινή καταγωγή, για να του γράψει μια ελαφριά ιστορία με σέρφερ και παραλιακά μπαρ. Εκεί, ο συγγραφέας θα έρθει αντιμέτωπος με όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού, θα ερωτευτεί την εθιστική φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας στο εξοχικό όπου φιλοξενείται και θα γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας του ανεξήγητου πνιγμού της. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο νησί για έναν συγκεκριμένο λόγο και θα μπει στα πυκνά δάση της ενδοχώρας αναζητώντας εμμονικά το φινάλε της ιστορίας ενός ακόμη βιβλίου που δεν πρέπει να γράψει.
Σε μια Αθήνα που αποσυντίθεται και καταρρέει, ο Αργύρης Τρίκορφος, ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του δουλεύοντας ως ταξιτζής. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως αρχίζουν την ημέρα που βρίσκει στο αυτοκίνητό του ένα ξεχασμένο τσαντάκι γεμάτο λεφτά. Προσπαθώντας να κάνει το σωστό, παρασύρεται σε μια προσωπική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με όλους και με όλα: απ` την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του ως την Αστυνομία και. . .τα ΜΜΕ.
Μια περιπλάνηση στους δρόμους της σημερινής Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα για την ατομική ευθύνη, τη συμπόνια και τη γενναιοδωρία. Ένα καυστικό σχόλιο για το σύγχρονο τρόπο ζωής.
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.
Ακούστηκε πάλι το κελάϊδισμα. Αλλά αυτή τη φορά, σαν να ‘βγαινε πνιχτό – μέγας είσαι Κύριε! – μέσα απ’ το μαξιλάρι μου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι (ένα παλιοκρέβατο της κακιάς ώρας που, και στο παραμικρό μου κούνημα, μόλις πήγαινα ν’ αλλάξω θέση, ο βουλιαγμένος σωμιές του έτριζε απαίσια και τα ξεχαρβαλωμένα του πόμολα χτυπούσαν στις μακριές τους βίδες) το κελάϊδισμα έπαψε μεμιάς. Έμεινα για λίγο ολότελα ακίνητος, κρατώντας την ανάσα μου, κι αναποφάσιστος αν έπρεπε να ξανασηκωθώ, αφουγκραζόμουν, παρατηρώντας τα δύο μπροστινά πόμολα. (. . .)
Δύσκολα θα καταλάβαινες αν τον έβλεπες έξω ή στη δουλειά του, ή αν μιλούσες μαζί του για λίγο, ότι ήταν από μικρός εθισμένος στον τζόγο. Αδειάζοντας στα κρυφά πολλές πιστωτικές του πατέρα του και το ταμείο στο μαγαζί του αδερφού του, και έχοντας χάσει μια περιουσία μέχρι τα τριάντα του, μπήκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Το πρώτο που έμαθε στις ομαδικές συνεδρίες της Δευτέρας ήταν να συστήνεται ως εξαρτημένος τζογαδόρος.
Ύστερα από μια υποτροπή που θα τον γυρίσει πολλά βήματα πίσω, αποφασίζει να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στο πρόγραμμα – και στον εαυτό του. Δίπλα του –με αμέτρητα τηλεφωνήματα και ολονύκτιες συζητήσεις– βρίσκονται οι τρεις φίλοι του από την ομάδα και προσπαθούν να του δείξουν ότι υπάρχει ζωή μακριά από τον τζόγο.
Καθώς πληθαίνουν οι μέρες της αποχής του, όμως, η ζωή του γεμίζει με ασυνήθιστα γυναικεία ονόματα, ευκαιριακές σχέσεις και σεξ χωρίς κανένα συναίσθημα. Σύντομα θα πέσει στο κενό της μοναξιάς· και λίγο μετά θα νιώσει όπως οι πρωταγωνιστές των θρίλερ, που κολυμπούν τρομαγμένοι κοιτώντας διαρκώς πίσω τους. Στο τέλος θα κρατήσει την αναπνοή του και θα βυθιστεί.