Σε μια μικρή και λησμονημένη από τον Θεό πόλη της Ουγγαρίας, χαμένη μέσα στην ομιχλώδη και παγωμένη λεκάνη των Καρπαθίων, πλανάται η απροσδιόριστη απειλή μιας επικείμενης καταστροφής. Η απειλή, που δεν κατονομάζεται ποτέ, επιτείνεται όταν καταφτάνει στην πόλη ένα μυστηριώδες τσίρκο που κουβαλάει μαζί του μια γιγαντιαία φάλαινα και επιδεικνύει τον παράδοξο “Πρίγκιπα” με τα τρία, καθώς λέγεται, μάτια. Οι τρομαγμένοι πολίτες νιώθουν πως πρέπει να αντιδράσουν και καταφεύγουν σε οτιδήποτε νομίζουν πως μπορεί να δαμάσει το χάος, από τη μουσική ως τον φασισμό. Και ανάμεσα στους μοχθηρούς ή άβουλους κατοίκους της πόλης ξεχωρίζει ο αλαφροΐσκιωτος Βάλουσκα, ο τρυφερός ήρωας του βιβλίου, η μοναδική αγνή και ευγενική ψυχή. “Αντάξιο ενός Κάφκα κι ενός Μπέκετ, ενός Μπέρνχαρτ και ενός Μέλβιλ, το μυθιστόρημα καθηλώνει τον αναγνώστη με τις υπνωτιστικές ποιητικές εικόνες του, τους παραληρηματικούς μονολόγους των ηρώων του και τις μπουρλέσκ καταστάσεις που φέρνουν ένα πικρό μειδίαμα στα χείλη του αναγνώστη. Με άκρως διεισδυτική ματιά, ο συγγραφέας περιγράφει την ανθρώπινη κατάσταση στις σύγχρονες κοινωνίες μας, στις οποίες τα άτομα, έρμαια του φόβου και των δεισιδαιμονιών τους, μάταια αγωνίζονται ενάντια στην κατάσταση της διάλυσης και του χάους που, κατά την άποψη του συγγραφέα, “είναι η φυσική κατάσταση του κόσμου”. Μυστήριο, μελαγχολία και θλίψη διατρέχει όλο το βιβλίο η αντίσταση είναι ανώφελη, αφού η προσπάθεια να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση οδηγεί την πόλη σε ένα αυταρχικό καθεστώς. Η μόνη χαραμάδα φωτός είναι η αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασής μας και η αλλαγή στάσης απέναντι στη ζωή και στον συνάνθρωπό μας”, παρατηρεί η μεταφράστρια του βιβλίου Ιωάννα Αβραμίδου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




