Όπως ο Δάντης πορεύεται από κύκλο σε κύκλο για να φτάσει στην Κόλαση ή στον Παράδεισό του, έτσι και ο Σάμιουελ Μπέκετ τοποθετεί, καθέναν σε πολύ διακριτό κύκλο, τους τρεις κεντρικούς ήρωες των μυθιστορημάτων της τριλογίας του (“Μολλόυ”, “Ο Μαλόν πεθαίνει” και “Ο ακατονόμαστος”), προκειμένου να φτάσουν, ίσως, στην ανυπαρξία την οποία επιζητούν. Από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο, αυτός ο κύκλος όλο και στενεύει. Ο κύκλος με τον οποίο έχουμε να κάνουμε στον “Ακατονόμαστο” περιορίζεται σε ένα σημείο: τη μαύρη τρύπα στο κέντρο ενός γαλαξία, εκεί όπου ο χωροχρόνος παραμορφώνεται, εκεί όπου όλα έλκονται και απορροφώνται, αλλά χωρίς να εξαφανίζονται. Το ον που ζει σ’ αυτό το σημείο δεν μπορεί να φέρει όνομα, γιατί πρόκειται γι’ αυτό το «εγώ» που δεν μπορεί ποτέ να ταυτοποιηθεί. Το σώμα του Ακατονόμαστου, καθηλωμένο, αδυνατεί να κάνει την παραμικρή κίνηση. Ωστόσο, έχει πράγματα «να πει». Οι προγενέστεροί του χαρακτήρες -ο Μολλόυ, ο Μαλόν και οι άλλοι- περνούν και ξαναπερνούν, περιστρέφονται γύρω του. Θα ‘λεγε κανείς ότι έχουν εξυφάνει μια συνωμοσία για να τον αναγκάσουν να συνεχίσει να είναι· δηλαδή, να τον αναγκάσουν να συνεχίσει να λέει. Οπότε ο Ακατονόμαστος θα δημιουργήσει άλλους κόσμους, θα δώσει φωνή σε άλλους εαυτούς του. Οι χαρακτήρες τους οποίους θα χρειαστεί να «προσπαθήσει να είναι» -με διαύγεια, αλλά χωρίς ποτέ να χάσει το χιούμορ του-, θα ‘ναι κατά σειράν ο Μάχουντ, ο άνθρωπος-κούτσουρο που είναι μπηγμένος σε μια γλάστρα, και μετά ο Ουέρμ με το ακαθόριστο πρόσωπο που δεν είναι παρά ένα αυτί «που πάλλεται» και μια τρομερή ανησυχία στο μοναδικό του «έντρομο μάτι». (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Φώντας Λάδης
Είναι δυνατόν μια σειρά πολιτικών τραγουδιών, όπως είναι τα «Γράμματα από τη Γερμανία» – να είναι επίκαιρα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, μετά από πενήντα ολόκληρα χρόνια; Ο αναγνώστης των στίχων και, κυρίως, ο ακροατής των τραγουδιών, ας κρίνει. Ο παλιός και ο καινούριος. Και εκείνος που τα υποδέχτηκε πριν από πέντε δεκαετίες και ταυτίστηκε μαζί τους, και αυτός που τα πρωτοακούει.
Είναι δυνατόν τα πολιτικά γεγονότα να επαναλαμβάνονται, οι κοινωνικές καταστάσεις να μοιάζουν, να επιμηκύνονται ή να μένουν αναλλοίωτες τόσο πολύ στον χρόνο, ώστε ο ακροατής να βλέπει σε τραγούδια που γράφτηκαν πριν από τόσες δεκαετίες, συνθήκες και συμπεριφορές που είναι σημερινές;
Ας διαβάσει και ας ακούσει άλλη μια φορά αυτά τα τραγούδια ο παλιός και ο σημερινός ακροατής, και ας απαντήσει μόνος του σε αυτά τα ερωτήματα. Ας βρει τις αντιστοιχίες, τις ομοιότητες, τις αναλογίες και ας συγκρίνει τα αισθήματα και την ιδεολογία του με όσα λένε τα τραγούδια, από τη μια, και με όσα συμβαίνουν γύρω του, από την άλλη.
Υπάρχουν μέσα σε αυτή τη σειρά τραγουδιών, καταστάσεις που σίγουρα σε τίποτα δεν άλλαξαν. Μήπως και σήμερα δεν «βγαίνει η ζωή μας στο σφυρί σε Αμερική και Ευρώπη»;
Υπάρχουν τραγούδια που σκιτσάρουν τύπους του ελληνικού ακροδεξιού παρακράτους, που καταπίεζαν στη δεκαετία του ‘60 τους Έλληνες εργάτες στη Γερμανία. Θα βρείτε τέτοιους τύπους και σήμερα να στρογγυλοκάθονται στα πίσω πίσω έδρανα της ελληνικής Βουλής. Επίσης υπάρχουν τραγούδια που προειδοποιούν από τα βάθη μισού αιώνα για τον εκκολαπτόμενο νεοναζισμό στη Γερμανία και άλλα που ειρωνεύονται τις αντιφάσεις αλλά και τις επεκτατικές τάσεις του ΝΑΤΟ σε βάρος της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Και εδώ οι αναγωγές με το σήμερα είναι εύκολες.
Κάποια τραγούδια, στη συνέχεια, παρακολουθούν τους μετανάστες στην καθημερινότητα τους, στη δουλειά και στη σχόλη. Τέλος, κάποια άλλα αναφέρονται στην έμφυτη τάση της εργατικής τάξης να βρίσκει τους συμμάχους της και να εντοπίζει τους εχθρούς της. Και, προς ενόχλησιν κάποιων, να δίνει τα χέρια και να συσπειρώνεται μαχητικά πάνω από εθνικές και θρησκευτικές διαφορές.
Μακάρι πάντως να φτάσει σύντομα η εποχή που το περιεχόμενο τραγουδιών, όπως τα «Γράμματα από τη Γερμανία», να γίνει ανεπίκαιρο.
Φώντας Λάδης
Σιμόν ντε Μποβουάρ
H Simone de Beauvoir περιγράφει τα παιδικά της χρόνια σε μια αστική γαλλική οικογένεια, την εφηβική της επανάσταση ενάντια στις συμβατικές προσδοκίες της τάξης της, και την προσπάθειά της να τραβήξει τον δικό της δρόμο, με μια πνευματική και υπαρξιακή φιλοδοξία πάρα πολύ σπάνια για κοπέλα της δεκαετίας του ’20.
Απεικονίζει ζωηρά τις φιλίες της, τους έρωτές της, τους μέντορές της, και την αρχή της πιο σημαντικής σχέσης της ζωής της, με τον συμφοιτητή της Ζαν Πολ Σαρτρ, με φόντο μια πολιτικά θυελλώδη εποχή.
Τα απομνημονεύματα της Simone de Beauvoir είναι γραμμένα με χάρη κι έχουν μια ξεχωριστή γοητεία, καθώς καταγράφουν τις συναισθηματικές και πνευματικές ανησυχίες αλλά και προβληματισμούς μιας συναρπαστικής γυναίκας.
Time
Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν θα αφήσει κανέναν αδιάφορο και κανέναν δεν θα επηρεάσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
New York Times




