Ένας άντρας τρέχει στον δρόμο πανικόβλητος. Σκοντάφτει στους περαστικούς, φωνάζει, κάνει σπασμωδικές κινήσεις. Οι γύρω του τον κοιτάζουν με απορία, τον αποφεύγουν, τον κρίνουν. Μέχρι που διακρίνουν πίσω του ένα λιοντάρι. Πόσες φορές δεν κάνουμε το ίδιο; Βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε τις αντιδράσεις των άλλων —ακόμη και τις δικές μας— ως υπερβολικές, ακατανόητες, ανεξήγητες. Κι όμως, συχνά πίσω τους κρύβεται ένα αόρατο λιοντάρι: το τραύμα. Το τραύμα λειτουργεί σαν θηρίο που μας καταδιώκει χωρίς να φαίνεται. Κατευθύνει τις πράξεις μας, διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που νιώθουμε, που αντιδρούμε. Ο συγγραφέας, έχοντας ο ίδιος περάσει από την εμπειρία του τραύματος, μας βοηθάει να το αναγνωρίσουμε. Μας δείχνει πώς το σώμα μας μιλάει μέσα από συμπτώματα, σιωπές και εκρήξεις. Η θεραπεία είναι εφικτή. Το λιοντάρι μπορεί να εξουδετερωθεί. Μέσα από μια στοχευμένη φροντίδα του νευρικού μας συστήματος, με αλλαγή οπτικής, με νέες συνδέσεις και απελευθέρωση της παγωμένης ενέργειας, το τραύμα χάνει τη δύναμή του. Με ένα πρακτικό πλάνο 28 ημερών και απλές καθημερινές αλλαγές, μπορούμε να σπάσουμε τον κύκλο του φόβου. Να πάψουμε να τρέχουμε. Να γυρίσουμε και να δούμε πως το λιοντάρι δεν είναι πια εκεί. Το νευρικό μας σύστημα παίζει μεγάλο ρόλο τόσο στη δημιουργία του τραύματος όσο και στη θεραπεία του. Ένα ατύχημα, μια κακοποίηση, ένα οποιοδήποτε σοβαρό, δυσάρεστο γεγονός δεν προκαλεί τις ίδιες αντιδράσεις σε όλους. Βάσει ερευνών, το ένα τρίτο των «θυμάτων» θα αποκατασταθεί ψυχολογικά σύντομα, το ένα τρίτο θα καθυστερήσει περισσότερο και το ένα τρίτο θα καθηλωθεί στο γεγονός, θα είναι μόνιμα σε καθεστώς τραύματος. Η λειτουργία του νευρικού συστήματος επηρεάζεται από τις προηγούμενες εμπειρίες μας, αλλά, αν κατανοήσουμε τις αδυναμίες του, θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα αναπόφευκτα δυσάρεστα που θα βρεθούν στον δρόμο μας.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Τζον Τσίβερ
Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα “Φάλκονερ” για το φόνο του αδελφού του. Κλεισμένος σε ένα άθλιο κελί, γίνεται καθημερινά μάρτυρας της θηριωδίας των δεσμοφυλάκων και των συγκρατούμενων του και νιώθει ζωντανός-νεκρός.
Ο νους του όμως εξακολουθεί να ταξιδεύει ελεύθερος. Και καθώς επανέρχονται σαρωτικές οι μνήμες της τραυματικής παιδικής ηλικίας του και του ταραγμένου του γάμου, ο Φάραγκατ πασχίζει να επιβιώσει και να διατηρήσει την ανθρωπιά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής.
Το περίφημο μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ -ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, σε νέα μετάφραση.
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Σωλ Μπέλοου
Άνια Βουλούδη
Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.




