Στο Μπόρνβιλ, ένα ήρεμο προάστιο του Μπέρμιγχαμ, λειτουργεί το διασημότερο εργοστάσιο σοκολάτας στην Αγγλία. Για την εντεκάχρονη Μαίρη και την οικογένειά της (βρισκόμαστε στο 1945), το εργοστάσιο είναι το κέντρο του κόσμου· είναι ο λόγος που οι δρόμοι τους μοσχοβολούν σοκολάτα· είναι το μέρος όπου εργάζονται οι περισσότεροι φίλοι και γείτονές τους για δεκαετίες. Η Μαίρη θα ζήσει εβδομήντα πέντε χρόνια που σημαδεύονται από μείζονες κοινωνικές αλλαγές. Παρακολουθούμε την πορεία της, από την τελετή στέψης της Βασίλισσας Ελισάβετ και τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ως τους βασιλικούς γάμους, τις βασιλικές κηδείες, το Brexit και τον κορωνοϊό. Η Μαίρη θα αποκτήσει παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Κτίρια του εργοστασίου σοκολάτας θα μετατραπούν σε θεματικό πάρκο, καθώς η σύγχρονη ζωή και νέες ανθρώπινες κοινότητες εισβάλλουν στο ειρηνικό τους καταφύγιο. Από αυτούς τους ρευστούς καιρούς θα βγουν άραγε η οικογένειά της, και η ίδια η χώρα, πιο ενωμένες ή θα καταλήξουν πιο αποκομμένες και διαιρεμένες από ποτέ;
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Ανί Ερνό
Μέσα από φωτογραφίες και σκόρπιες αναμνήσεις από γεγονότα, λέξεις και πράγματα, η Annie Ernaux μας συμπαρασύρει σε μια περιδιάβαση στη ζωή της, από τα πρώτα χρόνια μετά τον Πόλεμο, μέχρι και σήμερα. Βιβλία, τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα δεκαετιών, σε αντίστιξη με προσωπικές συγκρούσεις και σημειώσεις. Τοπική διάλεκτος, λέξεις των καιρών, σλόγκαν, μάρκες και ονόματα για τα αντικείμενα που διαρκώς πληθαίνουν, εδώ αποκτούν φωνή. Η Ernaux κάνει το πέρασμα του χρόνου χειροπιαστό. Ο χρόνος ο ίδιος, ανένδοτος, αφηγείται το πέρασμά του, εξορίζοντας τους άλλους αφηγητές στην ανωνυμία. Ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας ξεπροβάλλει, υποκειμενικό κι απρόσωπο, ιδιωτικό και συλλογικό ταυτόχρονα.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με σκουρόχρωμο μπανιερό σε μια παραλία με βότσαλα. Στο βάθος, οι απόκρημνες ακτές. Κάθεται σ’ έναν επίπεδο βράχο, τα σφριγηλά του πόδια είναι τεντωμένα μπροστά, γέρνει πίσω ακουμπώντας στους αγκώνες, έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, χαμογελάει. Η μια χοντρή καστανή πλεξούδα είναι ριγμένη μπροστά, η άλλη πίσω στην πλάτη. Όλα μαρτυρούν την επιθυμία του κοριτσιού να ποζάρει σαν τις σταρ στο Cinemonde ή τα μοντέλα στη διαφήμιση του αντιηλιακού Ambre Solaire, να ξεφύγει απ’ το ταπεινωτικό και ασήμαντο κοριτσίστικο κορμί του. Οι μηροί, πιο ωχροί, όπως και τα μπράτσα, πάνω ψηλά,δείχνουν το περίγραμμα ενός φουστανιού, μαρτυρώντας έτσι πως, για τούτο το παιδί, οι διακοπές ή ένα απόγεμα στην ακροθαλασσιά είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παραλία είναι έρημη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: Αύγουστος 1949, Σοτβίλ-σιρ-Μερ.
Τζόναθαν Κόου
Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.
Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…
Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.




