Βλέπετε 1–12 απο 15 αποτέλεσματα

Βιβλία

Εκπνοή

Τεντ Τσιάνγκ

16.91

«To science fiction δεν χρειάζεται να είναι δυστοπικό» έγραφε ο «New Yorker» σε ένα από τα αλλεπάλληλα αφιερώματα στον πολυαγαπημένο του Αμερικανό κινεζικής καταγωγής Ted Chiang, τον συγγραφέα που μετέτρεψε το παρεξηγημένο μέχρι πρότινος είδος σε έναν νέο τρόπο επαναπροσέγγισης του διηγήματος, θέτοντας απτά ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στα ταξίδια στον χρόνο και στη βιοπολιτική, στην τεχνητή νοημοσύνη και στη σχέση εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας.

Και όλα αυτά τα έκανε γράφοντας απλώς διηγήματα, μελετημένα μέχρι την τελευταία υποσημείωση, αναγκάζοντας τις δύσβατες πόρτες των κριτικών λογοτεχνίας να ανοίξουν διάπλατα.

Έτσι, οι πιο γνωστοί κριτικοί υποδέχτηκαν τον Chiang με πολυσέλιδα αφιερώματα, χαρούμενοι που βρήκαν το νέο αστέρι που θα τους έστελνε στο Διάστημα. Το παράδοξο είναι ότι ο Chiang είναι συγγραφέας βραδείας καύσεως: απόδειξη ότι προτίμησε να κυκλοφορήσει μόλις το 2002 μια συλλογή με οκτώ διηγήματα και τίτλο Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες που είχε εκδώσει ο Κέδρος, αποσπώντας με το καλημέρα συνολικά τέσσερα Nebula, ένα Hugo και ένα Sturgeon.

Στην ομώνυμη ιστορία της συλλογής είχε βασιστεί και η πετυχημένη ταινία Arrival σε σκηνοθεσία Ντενί Βιλνέβ, με πρωταγωνιστές την Έιμι Άνταμς και τον Τζέρεμι Ρένερ· έκτοτε κάθε βιβλίο του είναι μεγάλο εκδοτικό γεγονός. Ο καλύτερος τρόπος για να έρθει κανείς σε επαφή με το έργο του είναι αναμφίβολα η Εκπνοή, μια συλλογή με τα πιο πρόσφατα και αξιομνημόνευτα διηγήματά του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Ίκαρο σε μια άκρως φροντισμένη έκδοση.

Οδυσσέας Ελύτης

9.90

Ανθολόγηση-επιμέλεια: Ιουλίτα Ηλιοπούλου
Σελίδες: 144

Μαρίκε Λούκας Ράινβελντ

Δωρεάν - Μόνο με έξοδα αποστολής

Η δεκάχρονη Τζάκετ ζει σ’ ένα απομονωμένο χωριό της Ολλανδίας μαζί με την έντονα θρησκευόμενη οικογένειά της. Μια χειμωνιάτικη μέρα, ο μεγαλύτερος αδερφός της συμμετέχει σ’ έναν τοπικό αγώνα παγοδρομίας. Δυσαρεστημένη που έμεινε μόνη, κάνει μια διεστραμμένη έκκληση προς το Θεό, και ο αδερφός δεν επιστρέφει ποτέ.

H Μικρή –που τη λένε πράγματι Τζάκετ αλλά και σταματάει τελείως να βγάζει το πανωφόρι της– παγιδεύεται στο δύσκολο πέρασμα. Σπρωγμένη απότομα στην άβυσσο που είναι η απώλεια, αγωνίζεται να βρει στήριγμα, κράτημα σε μια οικογένεια που τη διαλύει ο πόνος. Ανάμεσα στον τρόμο και την ασυντρόφευτη ενοχή, δεν μπορεί να κάνει βήμα μπροστά, δεν μπορεί ν’ αφήσει πίσω την παιδική ηλικία, δεν μπορεί να ταξιδέψει στις τρικυμίες της εφηβείας.

Τυλιγμένη σφιχτά στο πανωφόρι της, με το φερμουάρ ανεβασμένο ώς το σαγόνι, πασχίζει να φυλαχτεί από το θάνατο που είναι παρών σε κάθε γωνιά της φάρμας. Πώς αντέχει κανείς τον αφανισμό της χαράς; Πώς αντέχει ένα παιδί όταν όλα γύρω του καταρρέουν; Όταν οι γονείς του παραιτούνται από τη ζωή; Όταν ο ορίζοντας της ζωής σκοτεινιάζει και το μέλλον γίνεται νύχτα και ο χρόνος, ακινητοποιημένος, δυσφορεί;

Ένα ανατριχιαστικό και ταυτόχρονα γοητευτικό λογοτεχνικό ντεμπούτο που τιμήθηκε το 2020 με το βραβείο International Booker, μετατράπηκε σε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο και μεταφράζεται ήδη σε περισσότερες από 14 γλώσσες.

Γραμμένο με ιδιαίτερα ωμή και λυρική γλώσσα, το μυθιστόρημα του/της Marieke Lucas Rijneveld ―το νεότερο άτομο που έχει αποσπάσει το βραβείο International Booker― αποτελεί ένα συγκινητικό πορτρέτο μιας θρησκόληπτης οικογένειας που προσπαθεί να διαχειριστεί τον πόνο της απώλειας.

Βιβλία

Πενήντα

Χάρης Μεγαλυνός

10.45

ΗΜΕΡΑ

Καταλαβαίνω τη μέρα απ’ το στόμα,
απ’ το πώς τρέχει το νερό στον νιπτήρα,
απ’ το πώς συνδυάζεται το κρασί της περασμένης βραδιάς
με την κολλημένη στον πίσω γομφίο οδοντόπαστα.
Κι όμως δεν ήταν πάντα έτσι ανθρώπινη η μέρα μου,
ο ξυπνητός μου ήλιος,
αφού δεν περίμενε ούτε καν την αυγή
για να κοκκινίσει τα σκοτεινά παντζούρια
και τις αναλαμπές των τζαμιών.
Πες ότι οι μέρες τότε ήσαν αμίμητες,
έτοιμες να εφορμήσουν απ’ τον τάφο των σεντονιών
και τις ομίχλες που τύλιγαν στη μακαριότητά τους
τα χαλιά, τα υπνοδωμάτια, τις κορνίζες.
Πες καλύτερα ότι οι μέρες εκείνες
για πρώτη φορά έσπρωχναν προς τα πίσω
χοντρά ρούχα, φατνώματα και πόρτες
που δεν είχαν αριθμούς σπιτιών
ούτε σούπες ρυθμισμένες για το κρύο
παρά οκτάωρα μελετηρών παιδιών
με εξασφαλισμένο το οικονομικό τους μέλλον.

Χρίστος Ζουράρις

10.78

Η φιλοσοφία της γεύσης, η κοινωνιολογία της και, κυρίως, η τελετουργική της διάσταση με το εντελώς ξεχωριστό, προσωπικό ύφος και το φλεγματικό χιούμορ του Χρίστου Ζουράρι. Η κουζίνα ως ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που συνδέεται με τον τόπο, την ιστορία, τις ιδέες, τη θρησκεία και τις πολιτιστικές παραδόσεις κάθε λαού, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της φυσιογνωμίας της ελληνικής κουζίνας.

Σεμπάστιαν Μπάρι

13.95

«Ήταν ευλογία να είσαι παιδί ανάμεσα στους ανθρώπους της φυλής μου. Οι γυναίκες κρατούσαν το χωριό, οι άντρες κυνηγούσαν και πολεμούσαν, κι η δική μας δουλειά, η δουλειά των παιδιών, ήταν μόνο να τριγυρνάμε και να παίζουμε και να ’μαστε ευτυχισμένα. Αυτό το θυμόμουν πολύ καθαρά».

 

«Με λένε Γουινόνα». Έτσι αρχίζει την ιστορία της η νεαρή Ινδιάνα στα Χίλια φεγγάρια. «Παλιά μ’ έλεγαν Οτζιντζίντκα, που θα πει τριαντάφυλλο. Ο Τόμας ΜακΝάλτι έκανε μεγάλες προσπάθειες να το προφέρει αυτό το όνομα, μα δεν τα κατάφερνε, κι έτσι μου ’δωσε το όνομα της πεθαμένης ξαδέρφης μου, επειδή του ερχόταν πιο εύκολα στο στόμα. Γουινόνα θα πει πρωτότοκη. Εγώ δεν ήμουνα πρωτότοκη».

 

Η Γουινόνα γλιτώνει από τη σφαγή της φυλής της, και υιοθετημένη από τον Τζον Κόουλ και τον Τόμας ΜακΝάλτι μεγαλώνει στο χάος της μετεμφυλιακής Αμερικής. Το φτωχό αγρόκτημα έξω από το Πάρις του Τενεσί μοιάζει με ουτοπικό καταφύγιο σ’ έναν κόσμο που ακόμα σφαδάζει πιασμένος στις δίνες του πολέμου.

 

Σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου νικητές και νικημένοι συνεχίζουν να χτυπιούνται λυσσασμένα, όπου η σκληρότητα και η δυστυχία εξακολουθούν στην πραγματικότητα να σκοτώνουν με χίλιους τρόπους και η στοιχειώδης ασφάλεια είναι άγνωστη λέξη, η νεαρή Γουινόνα αναζητά την ταυτότητά της και το δίκιο της. Γιατί η ιστορία που έχει ν’ αφηγηθεί, η ιστορία της νεαρής ζωής της, είναι η ιστορία όχι ενός αλλά πολλών εγκλημάτων. Δεν είναι μόνο τα ιδιωτικά εγκλήματα: ένας βιασμός, ένας λυσσασμένος ξυλοδαρμός, ένας φόνος. Είναι και τα δημόσια εγκλήματα: η τρομερή γενοκτονία, η συγκάλυψη της βίας, η παρανομία του νόμου.

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

O Sebastian Barry (Σεμπάστιαν Μπάρι) γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας το 1955. Το μεστό λογοτεχνικό του ύφος, για το οποίο είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο αξιόλογους συγγραφείς παγκοσμίως. Έχει βρεθεί δύο φορές στις βραχείες λίστες του βραβείου Man Booker για τα μυθιστορήματα Μακριά, πολύ μακριά (Πόλις, 2007) και Η μυστική γραφή (Καστανιώτης, 2009), με το τελευταίο να έχει κερδίσει το 2008 τα βραβεία Costa Book of the Year και James Tait Black Memorial. Το 2011, το βιβλίο του Εις γην Χαναάν (Καστανιώτης, 2011) ήταν στη μακρά λίστα του βραβείου Man Booker. Το μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος (Ίκαρος, 2018) τιμήθηκε με τα Costa Book Award for Novel 2016, Costa Book of the Year 2016 και Walter Scott Prize 2017. Επιπλέον, βρέθηκε στη μακρά λίστα των The Man Booker Prize 2017, HWA Endeavour Ink Gold Crown 2017 και Andrew Carnegie Medals for Excellence in Fiction 2018. Το Φεβρουάριο του 2018 ο Sebastian Barry τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση των Ιρλανδικών Γραμμάτων (Laureate for Irish Fiction).

Γιώργος Σεφέρης

10.78

Ερχομός στην Ελλάδα. Η εποχή της «Στροφής» και του μυθιστορήματος «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Επίσκεψη στη Σκιάθο.

“…Ο άνθρωπος είναι πάντα διπλός: εκείνος που πράττει, κι εκείνος που βλέπει τον εαυτό του να πράττει· εκείνος που υποφέρει, κι εκείνος που βλέπει τον εαυτό του να υποφέρει· εκείνος που αισθάνεται, κι εκείνος που παρατηρεί τον εαυτό του να αισθάνεται. Όταν λέω «εγώ», τι εννοώ, το εγώ μου Α ή Β; Κι αυτό δείχνει πως είναι σχεδόν αδύνατο να είναι κανείς ειλικρινής.”

Γιώργος Σεφέρης

12.93

Λονδίνο. Η εποχή της «Στέρνας». Κυοφορία του «Μυθιστορήματος». Επινόηση του Στράτη Θαλασσινού. Ο Σεφέρης ακούει πολλή μουσική.

“…τώρα που κοιτάζω πίσω, βρίσκω ένα μυστικό: δεν υπάρχουν μικρά πράγματα στη ζωή. Αν κοιτάξεις με πολλή δύναμη και πολλή αγάπη μια φλόγα. μπορεί να σου μάθει περισσότερα παρά αν διαβάσεις πολλά βιβλία (και ξοδέψεις πολλή φαιά ουσία) για την εξέλιξη της ανθρωπότητας.”

Γιώργος Σεφέρης

10.78

Κορυτσά – Αθήνα (υπουργείο Τύπου). Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εποχή του «Μυθιστορήματος», των «Ημερολογίων Καταστρώματος Α’» και των Δοκιμών για την ποίηση.

“…Δεν πιστεύω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τι κάνουν· δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων – πιστεύω σε δυο-τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα.”

Γιώργος Σεφέρης

12.93

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κρήτη – Αλεξάνδρεια – Νότια Αφρική – Αλεξάνδρεια – Ιταλία – Αθήνα. Η εποχή του «Ημερολογίου Καταστρώματος Β’». Βαθύτερη γνωριμία του Καβάφη. Ομιλία για τον Μακρυγιάννη.

“Συλλογίζεται κανείς όπως στον καιρό της σκλαβιάς· τα ίδια νοήματα δημοτικών τραγουδιών ξαναγυρίζουν  για να σου φέρουν  την παρηγοριά ή την ελπίδα. Η θάλασσα από το παράθυρό μου, πέρα, χωρίς κανένα πλεούμενο, είναι έξοχη. Το νησί γεμάτο μυρωδιές από βότανα και λεμονάνθια. Μια αφάνταστη γαλήνη. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους του ανθρώπου πώς μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, να πέσει η φωτιά και το σίδερο μέσα σε μια τέτοια κατάνυξη. Έτσι πρέπει να ήταν η Χίος την παραμονή της σφαγής. Έτσι.”

Γιώργος Σεφέρης

11.00

Αθήνα – Άγκυρα. Σύμβουλος στην πρεσβεία. Επίσκεψη στην Καππαδοκία και στην Ιωνία. Η εποχή της «Κίχλης» – «αγγελικό και μαύρο φως». Δοκιμές για τον «Ερωτόκριτο» και για Έλιοτ – Καβάφη.

“Από τότε που άρχισε αυτή η άνοιξη, ανέκφραστη ευαισθησία και έξαρση. Φούσκωμα της καρδιάς και των αισθήσεων· κατάσταση ακρυστάλλωτη, αρκετά χαώδης· πολλαπλασιασμός της ανθρωπιάς· θολή μανία απλωμένη παντού. Αδύνατο να βρεις λέξη, χειρονομία ή συνουσία που να μπορεί να το εκφράσει αυτό. Τα λόγια κόμπος στο λαρύγγι. Η ευαισθησία καίγεται χωρίς να ξεσπάσει. Πηγαίνει όπου με πηγαίνει, τυφλός.”

Γιώργος Σεφέρης

12.93

Επιστροφή στην Αθήνα. Πρεσβευτής στο Λονδίνο. Η εποχή του κυπριακού αγώνα.

“Απόγευμα ―αργά― βραδιάζει νωρίτερα. Ουρανός με λίγα σύννεφα― από τους σπάνιους εφέτο. Απέναντί μου σοφίτες  μισές πράσινες ―στη μέση άσπρες― έπειτα πάλι πράσινες―ψυχρό χρώμα του γραφίτη στις στέγες ―μελί χρώμα των τούβλων και των κεραμιδιών. Αριστερά μια γωνία από το χτίριο της Αμερικανικής Πρεσβείας που υψώνεται, δεν ξέρω ως που. Ήχος ενός σκεπαρνιού διαλείπων και πίσω το γύρισμα μιας μηχανής, ένα βουητό, τίποτε άλλο.―Ένα παράδειγμα γραφής που θα μου χρειαζότανε για κάμποσο καιρό―απλώς ονοματίσματα― για να ηρεμήσω.

Μήπως το να έχει κανείς κάθε τέσσερα χρόνια τα γενέθλιά του τον επηρεάζει. Διαφορετικό ειδικό βάρος του χρόνου· θα ‘λεγα πιο βαρύς; ―δεν ξέρω. Πιο πλατύς, βέβαια, άλλη προοπτική, άλλη γεύση, ή συνήθεια επεμβαίνει λιγότερο. Θα προτιμούσα αλλιώς; Δεν είναι άσκημα έτσι. Έκλεισα χθες τα 60. Συλλογιζόμουνα χτες πως ίσως είναι τώρα καλύτερα, μια καινούργια άποψη, αν θέλει ο Θεός―πιθανότητες να βγω από την καθημερινή υπηρεσία· αυτή τη σπατάλη ―τόση σπατάλη― να δουλέψω, αλλιώς, να προσηλωθώ· αυτό που μου έλειψε τόσο να προσευχηθώ. Πάει ένας χρόνος και λίγες μέρες, το ενδιαφέρον μου για το υπηρετείν έχει αμβλυνθεί πολύ. Δεν είμαστε για μεγάλα πράγματα.”