Σκοτείνιαζε. Το ουαί σου το μεγάλο πανί ήταν αφημένο λάσκο
Ορίζοντας απολιθωμάτων. Περίοδος εξαφανίσεων
ή
Στις διαβάσεις όπου δεν υπάρχει πατρίδα
Ανάμεσα στους κόσμους που ενώνω […]
€40.28
Ελληνική λογοτεχνία
Το ’χεις διαβάσει υποθέτω – φαίνεται πως σ’ εποχές γεωλογικών αναστατώσεων, εκατομμύρια χρόνια πριν, και μάλιστα ακριβώς εκεί, σ’ αυτή την πιο παλιά απ’ όλες τις
ηπείρους, υποχώρησαν τα νερά, και κάποιοι πρόγονοι των σημερινών ψαριών βρέθηκαν στη στεριά, μερικά ψόφησαν, άλλα όμως κατάφεραν να προσαρμοστούν, σιγά-σιγά ανέπτυξαν
από τα βράγχια πνεύμονες, τα πτερύγιά τους έγιναν φτερά, σιγά-σιγά μεταμορφώθηκαν σε πουλιά. Κάτι τέτοιο, έχω σκεφτεί πολλές φορές, θα πρέπει να συνέβη και σε μένα, […] ένα βράδυ, είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, κι ανακάλυψα πως ήμουνα πουλί, ένα είδος παραδείσιου πτηνού, άρχισα να πετάω σαν τρελλός, είχα καταφέρει να ξεκολλήσω απ’ τα λασπόνερα στα οποία περνούσαν τη ζωή τους τόσοι άλλοι σαν και μένα, είχα ξεφύγει απ’ τους γήινους νόμους – όχι ότι κι αυτό δεν είχε τους κινδύνους του, τους είχε, και μέχρι ενός σημείου μ’ άρεσαν, δεν είχα όμως καμιά, μα καμιά όρεξη να μπλέξω και με την αστυνομία…
ΤΟ ΑΛΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ, σε επιμέλεια του Δημήτρη Παπανικολάου, είναι μια ιστορία για την κατάκτηση του μυθιστορήματος, αλλά και μια ιστορία για την αναγκαιότητα της αυτοβιογραφίας. Και ταυτόχρονα μια αφήγηση για την αδυναμία, για την απομάκρυνση, ή, καλύτερα, για την απόδραση και από τα δύο.
Ελληνική λογοτεχνία
Οδοιπορικό στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα με τον αραμπά μιας αστροχελώνας – ένα πλανόδιο εργαστήριο μύθων, γρίφων και αντικατοπτρισμών.
Καθώς η αστροχελώνα οδηγεί τον αραμπά της στα χνάρια τεράτων του δρυμού, παρακολουθούμε την ταραχώδη πορεία της έμπνευσής της μέσα στη δίνη των κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων της τελευταίας εικοσαετίας. Το δάσος είναι γεμάτο παραπλανητικούς ήχους, θροΐσματα, τερετίσματα, συριγμούς, αλλά και οικείες φωνές πλασμάτων της τέχνης, που ενεργοποιούν το εργαστήρι του αραμπά, δίνοντας κάθε φορά το έναυσμα ή το θέμα του μύθου που θα σμιλευτεί.
Ορνιθόρυγχοι βιβλιοθήκης, κόνδορες σε πλωτές σχεδίες, γάτες της Βεγγάλης κρυμμένες σε φυλλωσιές, κοράκια αγγελιοφόροι, ενυδρίδες του καταρράκτη, πολεμοχαρείς ταύροι, μελετητές κάστορες, ιπτάμενοι σκίουροι και αρμαντίλλο σε άρματα από λιβελούλες, είναι ορισμένες από τις φωνές που συνοδεύουν τον αραμπά στα περάσματα των γκρεμών και στα επικίνδυνα ξέφωτα του δάσους. Ένα δάσος δοκιμαζόμενο από αλλεπάλληλες κρίσεις, απώλειες και σπαρακτικούς διχασμούς, προκλήσεις και διλήμματα, που ο μύθος επιχειρεί να εκφράσει και να κατανοήσει, φτάνοντας μέχρι την έκρυθμη πραγματικότητα του σήμερα.
Ελληνική λογοτεχνία
ΤΟ ΛΥΡΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ Το ευγενικό μυθιστόρημα περιγράφει την άφιξη σε εγκαταλελειμμένο λιμάνι κατά τη δύση του ηλίου ενός εντυπωσιακού κοκκινομάλλη νέου που, αφού επιδίδεται τελετουργικά σε μια μυστηριώδη απαγγελία, αποδίδει μνημονικά μία γυναίκα και ένα τοπίο της Ύδρας, την είσοδό του σε ένα υδραίικο αρχοντικό και την ερωτική συνάντησή του εκεί με την αγαπημένη του. Το ευγενικό μυθιστόρημα, με χαρακτηριστικά λυρικού δράματος διεξαγόμενου εν μέρει εντός εικαστικού έργου, φαίνεται να θέτει τον νεαρό κοκκινομάλλη Εγγονόπουλο ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων που σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής· ο πληθωρικός αυτοαναπαραστατικός φορέας του ποιητικού και καλλιτεχνικού του λόγου ζευγαρώνεται με τη μυστηριώδη ερωμένη σε ένα υβριδικό ποιητικό σκηνικό. Η Ύδρα, με το «κερέσμπινο» Ερωτόκαστρο τής ποίησης, παραμένει ο τόπος της ποιητικής χοάνης, η Σινώπη, ο δικός του Παρνασσός. Καθώς πλησιάζει στη γραφή του Μπολιβάρ, ο Εγγονόπουλος αναπτύσσει μια πιο συνθετική και παραστατική ποιητική, δοκιμάζοντας ιδέες, αρχές και τεχνικές.
Απαντώντας στο ερώτημα τί ήταν ο Μπολιβάρ πριν πάρει την τελική μορφή του και ποιά ήταν η φωνή του πριν γίνει «εκκωφαντικός» θόρυβος, το Ευγενικό μυθιστόρημα, προσωπικό φυλαχτό και κειμήλιο, ενσωματώνει τον πολύ μεγάλο και κρυφό πόνο της απώλειας και τη συμβολική γλώσσα του υπερρεαλιστικού ηρωισμού που ακόμη δεν έχει σφραγιστεί από τη σκληρή εμπειρία του πολέμου.
Ελληνική λογοτεχνία
Παρατηρώντας από πολύ μικρή ηλικία τα ζώα στα αστικά κέντρα, τη μετατόπισή τους σ’ ένα καθεστώς εξημέρωσης και ντρεσαρίσματος, η Εύα Μπέη, με τη δεύτερη πεζογραφική της κατάθεση, ανασυνθέτει –σε τόνο πάντοτε παιγνιώδη– την προσωπική της διαδρομή, αγκυροβολώντας τη μνήμη της σε τετράποδους ή δίποδους συνοδοιπόρους, και φωτίζει τις σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ ανθρώπου και ζώου: από γαλοπούλες στην Πατησίων της δεκαετίας του ’50 μέχρι ερωτευμένους σκύλους, από χάμστερ-μέντορες και ποντίκια-συγκατοίκους μέχρι αυτοκτόνες γάτες και άλογα με ενσυναίσθηση. Τα μικρά αυτά κείμενά της κατατείνουν, τελικά, προς ένα: την κοινή μας μοίρα, ανέστια και νομαδική. Τις δεκατέσσερις αυτές ιστορίες με λόγια, συμπληρώνει και μια ιστορία-πάρεργο με εικόνες, σχεδιασμένες από την ίδια τη συγγραφέα την περίοδο της πανδημίας.