“Τα ζώα εισχώρησαν στη φαντασία μας καταρχήν ως αγγελιαφόροι και ως υποσχέσεις”, γράφει ο John Berger στο Γιατί να κοιτάμε τα ζώα;. Στο αξιοσημείωτο βιβλίο του Κάμπος ο Στρατής Βογιατζής επιστρέφει στη φαντασία μας ένα εξαιρετικό εύρος από ζώα. Είτε όμως βλέπουμε ένα παγόνι να ανοίγει σαν βεντάλια τα φτερά του είτε μια κατσίκα να κοιτάζεται στον καθρέφτη, οι υποσχέσεις που μας δίνουν αυτά τα ζώα είναι ανεξιχνίαστες. Όπως και για τις μοναχικές μορφές που περιπλανιούνται στα μαγικά τοπία του Βογιατζή, ένα μόνο μήνυμα μπορούμε να λάβουμε: Είμαστε χαμένοι στον παράδεισο.
Άγγελος Μπέρτος
Στη πρώτη του ποιητική συλλογή ο Άγγελος Μπέρτος, συστήνει μια θραυσματική τοιχογραφία από μνήμες. Ένα οικοσύστημα από νησίδες εικόνων και συναισθημάτων, αναβλύζουν από τις φλέβες της Καρπάθου-της ιδιαίτερης πατρίδας του δημιουργού. Οι συνδέσεις με την καταγωγή, η διερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, ο εκλιπών εαυτός, οι χαίνουσες πληγές της νεότητας, το πανηγύρι των αισθήσεων, συγκροτούν ένα ποιητικό σώμα που αφουγκράζεται με ορμή το ανοίκειο της ζωής που ουρλιάζει.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




