Λάθος άνθρωποι, λάθος κόσμος, λάθος λέξεις και όλα αυτά τα συνειδητοποίησα σε μια ηλικία λάθος επίσης. Δηλαδή μεγάλη. Θα προτιμούσα να ξέρω τριακόσιες λέξεις και να μου φτάνουν και να μπορώ να ζήσω με αυτές. Να μη χρειάζομαι άλλες. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει και σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί. Χτυπιέται και ύστερα αποκάνει και εμείς νομίζουμε ότι αυτό είναι γαλήνη, ενώ είναι η πιο βαθιά απελπισία. Γιατί μόνο μέσα στο σχήμα που της δίνουν οι κοίτες της μπορεί να υπάρχει, πράγμα που είναι επίσης σκλαβιά. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω.
Άννα Καταρίνα Σάφνερ
Γιατί νιώθουμε όλοι τόσο εξαντλημένοι; Μήπως παλεύουμε ν’ ανταποκριθούμε στα υψηλά πρότυπα που θέτει ο τελειομανής εαυτός μας ή απλώς πασχίζουμε να αντεπεξέλθουμε στις πολλαπλές απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής; H Anna Katharina Schaffner, ιστορικός του πολιτισμού και εξειδικευμένη coach για το burnout καταπιάνεται με όλους εκείνους τους παράγοντες που μας στερούν την ελευθερία και μας αρρωσταίνουν.
Αντλώντας από την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, η Schaffner ανιχνεύει τα αίτια και την ιστορία της εξάντλησης και παράλληλα αναδεικνύει νέους τρόπους για την καταπολέμηση του στρες και της αρνητικότητας. Ένα αντισυμβατικό και ευρηματικό βιβλίο, παρηγορητικό και ανακουφιστικό, γεμάτο πρακτικές συμβουλές που μας δείχνει πώς μπορούμε να ελέγξουμε την εξάντλησή μας και να ξαναβρούμε τη χαρά της ζωής. «Αντίδοτο στον εξαντλητικό σύγχρονο τρόπο ζωής» (The Sunday Times).
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.
Κρίστοφερ Κινγκ
Το 1929 στην Επιφάνεια, ένα μακεδονίτικο χωριό έξω από τα Γρεβενά, η οικογένεια του Χαραλάμπη δοκιμάζεται. Πρώτα θα σκοτωθεί ο ίδιος ο Χαραλάμπης. Ύστερα ο πρωτότοκος γιος, ο Αποστόλης, θα φύγει για τη Θεσσαλονίκη. Και δυο χρόνια αργότερα, τη μεγάλη Παρασκευή του 1931, στη διάρκεια του ετήσιου καψίματος του Ιούδα στην πλατεία του χωριού, ο μικρότερος γιος, ο Λάζαρος, θα μείνει παράλυτος.
Μετά τον τραυματισμό του Λάζαρου, στην Επιφάνεια συμβαίνουν πράγματα ανεξήγητα. Έτσι τουλάχιστον πιστεύει ο παπάς του χωριού, ο πάτερ Κωνσταντής, ο οποίος —μετά από αλλεπάλληλες εμπειρικές παρατηρήσεις αλλά και μυστικές ενοράσεις— πείθεται τελικά πως, μέσω του Λάζαρου και των καινοφανών ικανοτήτων του, μιλάει ο Θεός ο ίδιος.
Ο πάτερ Κωνταντής δεν έχει αμφιβολία: στην Επιφάνεια συντελείται ένα θαύμα. Γι’ αυτό και θ’ αναθέσει στον Λάζαρο ένα έργο θεϊκό.




