Ένα απομονωμένο χωριό βυθισμένο στην εγκατάλειψη και την παρακμή, στα βάθη μιας ουγγρικής πεδιάδας που τη σαρώνει ο άνεμος και η αδιάκοπη βροχή. Παντού λάσπη, αγέλες σκύλων τριγυρίζουν και οι λιγοστοί κάτοικοι φυτοζωούν ανάμεσά τους, ένας γιατρός χωρίς ασθενείς κι ένας δάσκαλος χωρίς μαθητές. Χωρίς δουλειά, παλεύουν ο ένας εναντίον του άλλου και προσπαθούν να επιβιώσουν μέσω της ίντριγκας, της προδοσίας, της απιστίας, νιώθοντας βαθιά απόγνωση. Κάθε προσπάθεια φυγής είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο κομμουνισμός έχει καταρρεύσει, η πίστη στον Θεό και στις ιδεολογίες έχει κλονιστεί. Και να, ξαφνικά, δύο άντρες, που όλοι πίστευαν ότι είναι νεκροί, επανεμφανίζονται. Φως στο σκοτάδι. Ο ένας από τους δύο, παρά τη διαβολική του εμφάνιση, γίνεται δεκτός ως ο «Μεσσίας» που θα τους σώσει από τον αφανισμό. Περιμένουν, αγωνιούν και ελπίζουν. Έχουν την αίσθηση μιας επικείμενης αποκάλυψης. Τη φοβούνται και την επιθυμούν. Το “Τανγκό του Σατανά” είναι ο κωμικοτραγικός χορός μιας λύτρωσης που δεν έρχεται ποτέ, ένα ποιητικό ταξίδι για την αναζήτηση της αλήθειας, ένα κείμενο που ξεχειλίζει από συμπόνια και ανθρωπιά για τη μηδαμινή κουκκίδα που συνιστά η ύπαρξή μας μέσα σ’ έναν χαοτικό κόσμο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) «Το “Τανγκό του Σατανά” είναι ένα κολοσσιαίο μυθιστόρημα: συμπαγές, έξυπνα δομημένο, συχνά συνταρακτικό, με ένα όραμα που συναρπάζει. Σκληρό, αμείλικτο και σε τέτοιο βαθμό ζοφερό που συχνά γίνεται κωμικό. Ο Κρασναχορκάι είναι ένας οραματιστής συγγραφέας» (Theo Tait, The Guardian) «Μεθυστικό και χιουμοριστικό, σκοτεινό αλλά όμορφο, το “Τανγκό του Σατανά” είναι ένα σύγχρονο αριστούργημα που καταφέρνει όχι μόνο να μιλήσει στην εποχή του, αλλά και να την υπερβεί» (Beth Jones, The Telegraph)
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο «άνθρωπο» αλλά και θηρίο.
Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο «άνθρωπο» αλλά και θηρίο.
Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.




