Ένα απομονωμένο χωριό βυθισμένο στην εγκατάλειψη και την παρακμή, στα βάθη μιας ουγγρικής πεδιάδας που τη σαρώνει ο άνεμος και η αδιάκοπη βροχή. Παντού λάσπη, αγέλες σκύλων τριγυρίζουν και οι λιγοστοί κάτοικοι φυτοζωούν ανάμεσά τους, ένας γιατρός χωρίς ασθενείς κι ένας δάσκαλος χωρίς μαθητές. Χωρίς δουλειά, παλεύουν ο ένας εναντίον του άλλου και προσπαθούν να επιβιώσουν μέσω της ίντριγκας, της προδοσίας, της απιστίας, νιώθοντας βαθιά απόγνωση. Κάθε προσπάθεια φυγής είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο κομμουνισμός έχει καταρρεύσει, η πίστη στον Θεό και στις ιδεολογίες έχει κλονιστεί. Και να, ξαφνικά, δύο άντρες, που όλοι πίστευαν ότι είναι νεκροί, επανεμφανίζονται. Φως στο σκοτάδι. Ο ένας από τους δύο, παρά τη διαβολική του εμφάνιση, γίνεται δεκτός ως ο «Μεσσίας» που θα τους σώσει από τον αφανισμό. Περιμένουν, αγωνιούν και ελπίζουν. Έχουν την αίσθηση μιας επικείμενης αποκάλυψης. Τη φοβούνται και την επιθυμούν. Το “Τανγκό του Σατανά” είναι ο κωμικοτραγικός χορός μιας λύτρωσης που δεν έρχεται ποτέ, ένα ποιητικό ταξίδι για την αναζήτηση της αλήθειας, ένα κείμενο που ξεχειλίζει από συμπόνια και ανθρωπιά για τη μηδαμινή κουκκίδα που συνιστά η ύπαρξή μας μέσα σ’ έναν χαοτικό κόσμο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) «Το “Τανγκό του Σατανά” είναι ένα κολοσσιαίο μυθιστόρημα: συμπαγές, έξυπνα δομημένο, συχνά συνταρακτικό, με ένα όραμα που συναρπάζει. Σκληρό, αμείλικτο και σε τέτοιο βαθμό ζοφερό που συχνά γίνεται κωμικό. Ο Κρασναχορκάι είναι ένας οραματιστής συγγραφέας» (Theo Tait, The Guardian) «Μεθυστικό και χιουμοριστικό, σκοτεινό αλλά όμορφο, το “Τανγκό του Σατανά” είναι ένα σύγχρονο αριστούργημα που καταφέρνει όχι μόνο να μιλήσει στην εποχή του, αλλά και να την υπερβεί» (Beth Jones, The Telegraph)
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




