Από το Κιότο στη Βενετία, από το Παρίσι στην Αθήνα, και, ακόμη, περνώντας από τη Γρανάδα και τη Γενεύη, ο Λάσλο Κρασναχορκάι μας παρασύρει σε ένα γοητευτικό ταξίδι μέσα από δεκαεπτά αφηγήσεις, που αποτελούν παραλλαγές και στοχασμούς γύρω από την τέχνη και τη δημιουργία, αλλά και την αναζήτηση: του ιερού. Με τη βοήθεια ενός τουρίστα, που χάνεται στα δαιδαλώδη δρομάκια της Βενετίας και ανακαλύπτει θαμπωμένος ένα άγνωστο έργο της Σχολής του Σαν Ρόκο, ενός ηθοποιού του θεάτρου Νο, ο οποίος ενσαρκώνει τη θεά Σέιομπο, ενός φύλακα του Μουσείου του Λούβρου, που τον συνδέει ένας σχεδόν ερωτικός δεσμός με την Αφροδίτη της Μήλου, ή, ακόμα, ενός αρχιτέκτονα παθιασμένου με τη μουσική μπαρόκ, ο οποίος με αδέξιο τρόπο προσπαθεί να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του σε κάποιους γέροντες χωρικούς, ο συγγραφέας μάς κάνει να μοιραστούμε μαζί του τη δύναμη της καλλιτεχνικής εμπειρίας σε όλη την πολυπλοκότητά της. Ξεδιπλώνοντας μια μεγαλειώδη πρόζα, που με τον ρυθμό της μας προσκαλεί σε στοχαστικές αναζητήσεις, ο Κρασναχορκάι, διαδοχικά ιερατικός, ειρωνικός, και πάντα βαθιά καλλιεργημένος, καταπιάνεται με τον ρόλο του καλλιτέχνη, αλλά και του θεατή, και ερευνά τη συγκίνηση που προκαλεί η μεγάλη τέχνη στον καθένα από εμάς. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) «Με απρόσμενο τρόπο, η σειρά των κεφαλαίων της Σέιομπο -φωτεινά και κάποιες φορές εκτυφλωτικά, όπως εκείνο που είναι αφιερωμένο σε μια επίσκεψη στην Ακρόπολη με τον ήλιο κατακούτελα, που μας κάνει να συναντήσουμε τα θαύματα του ορατού μας κόσμου (αγάλματα, πίνακες, μάσκες, μνημεία)- ολοκληρώνεται με σελίδες απίστευτης, σχεδόν αβάσταχτης, έντασης με μια κραυγή στο σκοτάδι». (Le Nouveau Magazine Litteraire) «Η αβάσταχτη ομορφιά της τέχνης. Ένας ύμνος στην αισθητική έκσταση. Ο μακροπερίοδος χαρακτηριστικός λόγος του Κρασναχορκάι δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη και συμβολίζει με τον τρόπο του τη βαθιά εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του ωραίου που καθοδηγεί το κείμενο και μας καθιστά πιο ισχυρούς». (Le Monde) «Τον χαρακτηρίζουν αυστηρό και δυσπρόσιτο. Ο μεγάλος Ούγγρος συγγραφέας με τη Σέιομπο αποδεικνύει ότι η ριζοσπαστικότητά του δεν τον εμποδίζει να παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του. Ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα για τη δύναμη της τέχνης με ύφος αισθητικού μανιφέστου». (Lire)
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




