“Η άλλοτε δυσχερής, άλλοτε γόνιμη συνάντηση ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο κόσμο αποτελεί, από πολλές απόψεις, τη βασική θεματική που συνδέει τα είκοσι τέσσερα δοκίμια της συλλογής αυτής, που με μεγάλη χαρά παρουσιάζω για πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, μιας χώρας της οποίας η κουλτούρα, τόσο η αρχαία όσο και η σύγχρονη, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το πώς γράφω και το πώς ζω. Ορισμένα από τα κείμενα του βιβλίου είναι, αναπόφευκτα, αφιερωμένα στον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας […] Πολλά όμως από τα «κλασικά» δοκίμια του βιβλίου εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους το παρόν, και ιδίως η αμερικανική ποπ κουλτούρα, αναμετράται, άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε όχι, με την ελληνική κληρονομιά […] Σε άλλα «κλασικά» δοκίμια μελετώ το πώς ορισμένα κεντρικά θέματα των ελληνικών μύθων εξακολουθούν να διαμορφώνουν με τρόπους απροσδόκητους τη μαζική εμπειρία, από την εμμονή μας με τη δολοφονία του Κέννεντυ έως την άρνησή μας να ταφεί η σορός του βομβιστή της Βοστόνης. Αλλά ακόμα και πολλά από τα δοκίμια που δεν είναι εμφανώς «ελληνικά» προδίδουν, ενδεχομένως, μια ισόβια πνευματική ενασχόληση με την αρχαιοελληνική κουλτούρα και λογοτεχνία και την επιρροή τους επάνω μου”. Από τον πρόλογο του συγγραφέα.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Ελισάβετ Χρονοπούλου
«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τζόναθαν Κόου
Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.
Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…
Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.




