Ένας ανώνυµος εικοσάχρονος αφηγείται ή, ίσως, εξοµολογείται. Στο αποµονωµένο του χωριό τα πάντα έχουν απόκοσµη στασιµότητα, το µόνο που µεταβάλλεται είναι ο χρόνος. Στο πατρικό του σπίτι, όπου ζει µε τη γιαγιά και τη συναισθηµατικά νεκρή µητέρα του, επικρατεί µια ατµόσφαιρα πένθους από τότε που ήταν παιδί. Ευτυχώς, όµως, έχει τα «Άλογα», µια συµµορία νεαρών αγοριών που πολεµάνε την πλήξη σκίζοντας τους επαρχιακούς δρόµους µε τις µηχανές τους. Ευτυχώς έχει και τον καλύτερό του φίλο, τον αρχηγό των «Αλόγων», τον όµορφο, πλούσιο και ευγενικό Ν. Ο Ν., µανιώδης αναγνώστης ο ίδιος, του χαρίζει για τα γενέθλιά του ένα βιβλίο που τον κάνει να δει τον εαυτό του και τη ζωή µε άλλο βλέµµα, τη µέρα που αλλάζει ο κόσµος, την 11η Σεπτεµβρίου 2001. Η σχέση των δυο αγοριών είναι πιο περίπλοκη από όσο µπορούν να παραδεχτούν… Ένα µυθιστόρηµα για τα ασαφή όρια ανάµεσα στην αλήθεια και στο ψέµα, για τη σύγχυση και τις εντάσεις της νεότητας και την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας στην ελληνική επαρχία των αρχών του αιώνα µας.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.




