Για κάθε ποιητική πρόζα έρχεται –ή τουλάχιστον θα ήταν δίκαιο, έστω για μία φορά, να έρθει–, η στιγμή που θα αφιερωθεί σε μια πτώση και στα επακόλουθά της, στα παντός τύπου μπαλκόνια, στη Σελήνη και στις ιδιοτροπίες των αναβατών της, στον έρωτα και τις απόπειρές του, στους αναπάντεχους κινδύνους. Κι αν είναι αρκετά τυχερή, θα μιλήσει ακόμη και για τον ίδιο τον εαυτό της, ακόμη και για το τελευταίο ξήλωμα των σκηνικών, ακόμη και για γρίφους ή πολιτική. Κι όταν πλέον θα νομίζει ότι δεν έχει κάτι άλλο να πει, θα θυμηθεί να αισιοδοξήσει μπροστά από έναν καθρέφτη.
Άγγελος Μπέρτος
Στη πρώτη του ποιητική συλλογή ο Άγγελος Μπέρτος, συστήνει μια θραυσματική τοιχογραφία από μνήμες. Ένα οικοσύστημα από νησίδες εικόνων και συναισθημάτων, αναβλύζουν από τις φλέβες της Καρπάθου-της ιδιαίτερης πατρίδας του δημιουργού. Οι συνδέσεις με την καταγωγή, η διερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, ο εκλιπών εαυτός, οι χαίνουσες πληγές της νεότητας, το πανηγύρι των αισθήσεων, συγκροτούν ένα ποιητικό σώμα που αφουγκράζεται με ορμή το ανοίκειο της ζωής που ουρλιάζει.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




