Ανέκδοτα ποιήματα

13.36

Εκδόσεις:

Επιμέλεια-Επιλεγόμενα: Λευτέρης Παπαλεοντίου
Σελίδες: 268

Διατίθεται άμεσα και από τα γραφεία της LiFO, Boυλής 22, 6ος όροφος, Σύνταγμα.
Ώρες γραφείου (10:00-17:00). Τηλ. 210-3254290

Διατίθεται μόνο για αγορά online μέσω του lifoshop.gr

Η αγορά παλιών τευχών της LiFO αποτελεί ξεχωριστή λειτουργία του Shop.

Οι παραγγελίες για τα τεύχη της LiFO θα γίνονται ξεχωριστά και θα αποστέλλονται ξεχωριστά από άλλες αγορές από το LiFO Shop.

Tα έξοδα αποστολής υπολογίζονται για κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Κωδικός προϊόντος: LF-BK-883 Κατηγορία: Ετικέτες: , ,

Όσοι αγόρασαν αυτό το προϊόν, επέλεξαν επίσης

Ποίηση

Καρπάθια

Άγγελος Μπέρτος

Στη πρώτη του ποιητική συλλογή ο Άγγελος Μπέρτος, συστήνει μια θραυσματική τοιχογραφία από μνήμες. Ένα οικοσύστημα από νησίδες εικόνων και συναισθημάτων, αναβλύζουν από τις φλέβες της Καρπάθου-της ιδιαίτερης πατρίδας του δημιουργού. Οι συνδέσεις με την καταγωγή, η διερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, ο εκλιπών εαυτός, οι χαίνουσες πληγές της νεότητας, το πανηγύρι των αισθήσεων, συγκροτούν ένα ποιητικό σώμα που αφουγκράζεται με ορμή το ανοίκειο της ζωής που ουρλιάζει.

12.00

Πάνος Στασινός

I. Άτα: επεισόδιο με απλή έξοδο

Το τρέμουλό μου άκου, πιάσε, πες το·
μύρισε τη νωθρή μου γλώσσα. Δες το
τραχύ φιλόδοξό μου πεπρωμένο:
κάποτ’ ενσάρκωνα τον ερωμένο
και τώρα πολεμάω τη σαγήνη,
υπογραμμίζοντας πως έχω γίνει
τροφή για το ιερό σου λάγνο μένος.
Της αγκαλιάς φωνής σου πρώην σωσμένος,
τους κούφιους χτύπους είχα καταργήσει.
Η αλήθεια διάτρητη, μελό, θ’ αργήσει.
Οπότε τώρα ζήσε την αρχή σου
και καταράσου με με την ευχή σου
με το που διακριθεί η αμφιλύκη
απ’ τα βουνά να κατεβούνε λύκοι
και να με γδάρουνε, σάπιον εργένη·
να ξεγραφτώ από τάξεις κι από γένη.
Άφησε τώρα μια σου τούφα κι ένα
λευκό λουλούδι στον νεκρό: σ’ εμένα.

13.30

Σταυρούλα Παπαδάκη

Τι είναι αυτό που δεν αντέχεται –εκτός από όλα; Πως ο ξενιστής γεννάει τον ξένο Επιτρέπεται οι κήποι μας να κοιτούν προς τα έξω; Γιατί τα κορίτσια βιάζονται;

Είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που διατυπώνει η ποιητική συλλογή της Σταυρούλας Παπαδάκη με τίτλο «Και ο κόσμος τις θα πει;» πιάνοντας το νήμα των λέξεων και επιχειρώντας μέσα από αυτές να δώσει λύση στο εξής πρόβλημα: Γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να δίνουμε βαρύτητα στο “τι θα πει ο κόσμος” και απομακρυνόμαστε από τους δικούς μας μικρόκοσμους, προδίδοντας ό,τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει σε αυτούς;

Ποιος είναι αυτός ο κόσμος που όλο λέει, τι λέει στα αλήθεια και πότε θα σταματήσουμε να τον ακούμε περισσότερο από την ίδια μας τη φωνή; Τα ποιήματα της συλλογής αποτελούν μιαν άσκηση του ανθρώπου, που επιχειρεί να διεκδικήσει την ελευθερία του ψηλαφώντας τον δρόμο από και προς τα μέσα και λεκτικό αντηχείο παράλληλα όλων των ανησυχιών της γυναικείας ύπαρξης που αγωνίζεται να πραγματωθεί πέρα από δοσμένους ρόλους και νόρμες.

Μια προσπάθεια αποτύπωσης της ιδανικής εκείνης συνθήκης κατά την οποία μάς επιτρέπουμε να ζούμε στον κόσμο μας διατηρώντας τη θέα στον κόσμο των άλλων και καταγραφής μιας ανθρώπινης πορείας που πασχίζει για την έμφυλη χειραφέτηση και την κάθε είδους ελευθερία.

Υπάρχουν κάποιες μέρες
πιο ήσυχες από τις άλλες
που δε χτυπούν τηλέφωνα
οι καμπάνες

και οι φλέβες μας για ζωή

εκείνες τις μέρες προσέχω μετράω ξανά και ξανά ό,τι έχω στις μύτες πατάω
την ανάσα κρατάω
και στον φόβο μου λέω
αν έρθει
κάπως έτσι θα είναι
του θανάτου μου η βόλτα
μια παχιά ησυχία
να ξαπλώσουν πουλιά
και εγώ πια απρόσεχτη

10.80

Ευθυμία Γιώσα

Για κάθε ποιητική πρόζα έρχεται –ή τουλάχιστον θα ήταν δίκαιο, έστω για μία φορά, να έρθει–, η στιγμή που θα αφιερωθεί σε μια πτώση και στα επακόλουθά της, στα παντός τύπου μπαλκόνια, στη Σελήνη και στις ιδιοτροπίες των αναβατών της, στον έρωτα και τις απόπειρές του, στους αναπάντεχους κινδύνους. Κι αν είναι αρκετά τυχερή, θα μιλήσει ακόμη και για τον ίδιο τον εαυτό της, ακόμη και για το τελευταίο ξήλωμα των σκηνικών, ακόμη και για γρίφους ή πολιτική. Κι όταν πλέον θα νομίζει ότι δεν έχει κάτι άλλο να πει, θα θυμηθεί να αισιοδοξήσει μπροστά από έναν καθρέφτη.

9.00

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου

ΣΑΡΚΟΒΟΡΑ ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ Κάθε φορά που η ζωή φανερώνει τα όριά της σαρκοβόρα -διψώντας ολοένα και πιο πολύ- η γλώσσα ονειροπολεί τη ζεστασιά του αίματος· επιθυμεί απ’ την αρχή να κομματιάσει το σκοτωμένο πλάσμα που μου μοιάζει. Κάθε υποψία θανάτου με βυθίζει σε μια βία που πίστεψα για λίγο πως θα μου ήταν άγνωστη. [Από την έκδοση]

8.48