Ένας σκακιστής σκοτώνεται σε μια πλατεία της Νέας Υόρκης και μεταφέρεται στη Μικρή Ζωή, μια μεταθανάτια κατάσταση με περιορισμένη χρονική διάρκεια. Εκεί θα κληθεί να ανασυγκροτήσει το μυθιστόρημα 4001 του Αυστριακού Ρόμπερτ Κράους και να διαπιστώσει αν ο συγγραφέας βρίσκεται σε κάποιο σημείο του άγνωστου αυτού τόπου. Ο Αργός σίδηρος, μέσα από μια διαδοχή προσεκτικά σκηνοθετημένων επεισοδίων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα δυστοπικό, παραληρηματικό ταξίδι με θέμα τον ίλιγγο της μνήμης, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου.
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Νίκος Αμανίτης
Ποιος ήταν αυτός ο μυστήριος ζωγράφος που αγνοείται εντελώς από την ελληνική βιβλιογραφία, που δεν άφησε εδώ πέρα ούτε το όνομά του, που ταξίδεψε με το Ματαρόα και τον μνημονεύουν μετά θάνατον οι Νew Υork Τimes; Κι αυτό το κορίτσι που ήταν δεκαεννιά χρονών το 1939 και το έχουμε αφήσει σε ένα χωριό της νότιας Γαλλίας, επέζησε; Δημιούργησε; Τον ξαναβρήκε; Μπορείς άραγε να ανακαλύψεις μια φοιτήτρια του Μεσοπολέμου στον 21ο αιώνα; Εκεί που χάνεται το μονοπάτι του Εθνικού Κήπου σε έναν πίνακα ζωγραφισμένο μέσα στην Κατοχή, εκεί αρχίζει αυτή η ιστορία. Η δική τους και η δική μας. Όλων μας.
Πολλές ζωές μπλέκονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου, σιγοπερπατούν κάτω από τις πιπεριές της μεσοπολεμικής Αθήνας, χορεύουν στα ντάνσινγκ του Παρισιού λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, συναντάνε αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, φωτογραφίζονται με τον Μόραλη, συνομιλούν με τον Σικελιανό, τοιχογραφούν τα κεντρικά γραφεία της Pfizer δεκαετίες πριν τα εμβόλια μας βγάλουν από τον εγκλεισμό. Ο αθηναϊκός Μεσοπόλεμος, το Παρίσι του ’39 και του ’45, η Κατοχή, το αλβανικό μέτωπο, το Σαν Φρανσίσκο του ’50 και η Νέα Υόρκη του ’60, συμπτώσεις, αναπάντεχες συναντήσεις, ταξίδια με πλοία ονομαστά, δανεικές αναμνήσεις και μια προσπάθεια να κρατηθεί ο χρόνος που δεν κρατιέται με τίποτα. Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα βγαλμένο από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά είναι όλο αληθινό, ένα ντοκιμαντέρ μιας ταραγμένης εποχής. Και ίσως έτσι να είναι καλύτερα.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Μιχάλης Αλμπάτης
Ένας μυστηριώδης ιός, εκκινώντας από ένα ταπεινό δημόσιο ουρητήριο των Αθηνών, θέτει ολόκληρο τον πλανήτη υπό την εξουσία του. Πρόκειται για έναν ιό – αναμορφωτή, που μετατρέπει τους ανθρώπους, όλους, σε καλλιτέχνες. Η έμπνευση, η έκφραση, το κάλλος, είναι τα νέα ιδανικά που την ανθρωπότητα κινούν? οι πόλεμοι κατασιγάζουν, η δίψα για χρήμα και εξουσία ξεθυμαίνει, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί φανατισμοί εξασθενούν, και δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο είδος εισέρχεται για πρώτη του φορά σε έναν πραγματικά Χρυσό Αιώνα. Τα πράγματα ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά, καθώς αυτή η γλυκιά αρρώστια, που όλοι αντιμετωπίζουν σαν ευλογία, δεν είχε φανερώσει ακόμα όλα της τα χαρτιά…
Ένα βιβλίο που ξεκίνησε σαν νουβέλα αλλά κατέληξε μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον. «Αυτή η αλλαγή οπτικής μετέβαλε άρδην τη στάση του απέναντι στους Καλλιτέχνες. Ένιωθε οίκτο για αυτούς, τον ίδιο οίκτο που και για τον εαυτό του άρχισε να νιώθει, γιατί κατάλαβε ότι και ο ίδιος υπήρξε άρρωστος, βαθιά, πριν ακόμα ο ιός κάνει την εμφάνισή του? κατάλαβε ότι κάθε καλλιτέχνης δεν είναι άλλο από ένας ασθενής που μέσα στην ίδια την έξαρση των συμπτωμάτων του αναζητεί ματαίως τη γιατρειά του, κι ήταν σίγουρος πια πως, όσο κι αν αξίζανε κάποια από τα έργα της Τέχνης έναν θαυμασμό απεριόριστο, στους ίδιους τους καλλιτέχνες άρμοζε μόνο με το στεφάνι της λύπησης, το καμωμένο από άχυρο, να στεφανωθούνε.»




