Το όµορφο παιδικό πρόσωπο της Τζοβάννα έχει αλλοιωθεί, σιγά σιγά µεταµορφώνεται σε µια άσχηµη, επιθετική έφηβη. Άραγε έτσι έχουν στ’ αλήθεια τα πράγµατα; Και σε ποιον καθρέφτη πρέπει να κοιταχτεί για να ξαναβρεί τον εαυτό της και να σωθεί; Μετά την ευτυχισµένη όψη των παιδικών της χρόνων, η Τζοβάννα αναζητά ένα νέο πρόσωπο, ακροβατώντας ανάµεσα σε δύο γειτονιές της Νάπολης στις οποίες κυλά το ίδιο αίµα, δυο γειτονιές που φοβούνται και απεχθάνονται η µία την άλλη: τη Νάπολη ψηλά στον λόφο, που φορά το εκλεπτυσµένο της προσωπείο, και τη Νάπολη χαµηλά, που παριστάνει την αχαλίνωτη, την αγοραία. Η Τζοβάννα παραπαίει από τα ψηλά στα χαµηλά, άλλοτε πέφτοντας µε ορµή κι άλλοτε σκαρφαλώνοντας σιγά σιγά, σαστισµένη µπροστά στο γεγονός πως, είτε πάνω είτε κάτω, η Νάπολη µοιάζει µια πόλη δίχως απαντήσεις, δίχως διαφυγή.
Πιερ Μπετενκούρ
Ο Pierre Bettencourt —ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος και εκδότης-τυπογράφος— γεννήθηκε το 1917 στο Saint-Maurice d’Ételan, ένα μικρό χωριό της Νορμανδίας, όπου έζησε ως το 1963. Από το 1963 εγκαταστάθηκε στο Stigny (Yonne) της Βουργουνδίας […].
Δημοσίευσε στους εκδοτικούς οίκους Gallimard, Belfond, Lettres Vives, Le Passeur και σε άλλους πολλά βιβλία του […] με πεζά ποιήματα, μικρές ιστορίες, διηγήματα, μύθους και αφηγήσεις φανταστικών ταξιδιών, μολονότι έχει κάνει και στην πραγματικότητα ταξίδια σε πολλές χώρες (Αφρική, Ωκεανία, Μεξικό, Καμπότζη, Ιαπωνία, Ινδίες, Ινδονησία κ.α.), όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει την τέχνη και τον πολιτισμό αυτών των χωρών.
Ως ζωγράφος είναι κυρίως γνωστός για τα μεγάλων διαστάσεων ψηφιδωτά του, έργα φτιαγμένα κυρίως με υλικά που παίρνει από τη φύση: φτερά πεταλούδας, τσόφλια αυγών, σαλιγκάρια, μικρά ξερά φασόλια, κόκκους καφέ και καλαμποκιού κ.ά.
Ως εκδότης-τυπογράφος ο P. Bettencourt, κατά την εικοσαετία 1942-1963, στοιχειοθέτησε με το χέρι και τύπωσε ο ίδιος στο μικρό ποδοκίνητο πιεστήριό του, σε πολύ λίγα αντίτυπα, δικά του κείμενα, καθώς και έργα των φίλων του Jean Dubuffet, Henri Michaux, André Gide, Francis Ponge, Jean Paulhan κ.ά. Οι μικρές αυτές εκδόσεις, που ορισμένες σελίδες τους έχουν χαρακτηρισθεί ως «ομιλούσα τυπογραφία», αποτελούν σπάνια επιτεύγματα υψηλής τυπογραφικής τέχνης.
Ε.Χ.Γονατάς
Απόσπασμα
Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Μέρα με τη μέρα το βάρος μου με κυρίευε. Είχα γίνει πέτρα, βουνό. Ποιος θα με κουνούσε από τη θέση μου. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να στριφογυρίζω γύρω από τον εαυτό μου, να τρυπώνω χρυσά στα μονοπάτια μου. Απολάμβανα επιτέλους το θλιβερό προνόμιο της ωριμότητας. Τα ίδια τα κρίματά μου, καθώς καίγονταν, με φώτιζαν. Γιατί είχαν βάλει φωτιά στα χορτάρια μου, κι ολόκληρα κοπάδια από ζώα έφευγαν τώρα προς την πεδιάδα. Είχα γίνει όλος μια λάμψη, όπου μέσα της μπορούσες να δεις, πέρα μακριά, τη θάλασσα να γυαλίζει.
Σίντα Μπαγιάρ
Τεχεράνη, 1979. Ο Σάχης έχει ανατραπεί και ο Μπεχζάντ πιστεύει πως αυτή η επανάσταση θα φέρει την ελευθερία για την οποία αγωνίζεται. Ανάμεσα σε μυστικές αποστολές και πολιτικές διώξεις, ερωτεύεται τη θαρραλέα και οξυδερκή Ναχίντ και ονειρεύεται μαζί της ένα νέο μέλλον.
Δέκα χρόνια αργότερα, η οικογένεια ζει εξόριστη στη Γερμανία, προσπαθώντας να ξαναχτίσει τη ζωή της μακριά από την πατρίδα και τους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Όμως το Ιράν παραμένει πάντα παρόν· στις σιωπές, στις αναμνήσεις, στις ειδήσεις που φτάνουν αργά μέσα στη νύχτα.
Καθώς τα παιδιά τους μεγαλώνουν ανάμεσα σε δύο κόσμους, η επιστροφή στην Τεχεράνη και η Πράσινη Επανάσταση του 2009 θα τους αναγκάσουν να αναμετρηθούν με όσα πίστεψαν, όσα έχασαν, όσα ξέχασαν και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Ένα επίκαιρο και βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για την επανάσταση, την καταπίεση, την αντίσταση και την ακατανίκητη επιθυμία για ελευθερία.




