Στην “Πλεξούδα” διασταυρώνονται οι ζωές και η μοίρα τριών γυναικών που δε θα συναντηθούν ποτέ. Η πρώτη είναι η Σμίτα, η οποία ανήκει στην κάστα των Ανέγγιχτων, δηλαδή στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της ινδικής κοινωνίας. Οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες ζει είναι άθλιες, όπως και η δουλειά της στα αποχωρητήρια. Έχει όμως άλλα όνειρα για τη μικρή της κόρη κι αυτό θα την οδηγήσει στο να πάρει μια παράτολμη απόφαση. Η δεύτερη είναι η Τζούλια από το Παλέρμο. Είναι αποφασισμένη να βρει λύση ώστε να μη χαθεί η βιοτεχνία του πατέρα της, που μοιάζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο λόγω της αλλαγής των συνθηκών. Η τρίτη είναι η Σάρα, εξαιρετικά επιτυχημένη δικηγόρος στο Μόντρεαλ, που βλέπει τον κόσμο της να κλυδωνίζεται, μαζί με την υγεία της, καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τον κοινωνικό αποκλεισμό του εργασιακού της περιβάλλοντος όταν αποκαλύπτεται πως πάσχει από καρκίνο. Οι ιστορίες αυτών των τριών γυναικών, που καλούνται να παλέψουν ενάντια στη μοίρα τους, είναι άρρηκτα δεμένες με ένα παράξενο νήμα που κι οι ίδιες δε γνωρίζουν.
Άννα Καταρίνα Σάφνερ
Γιατί νιώθουμε όλοι τόσο εξαντλημένοι; Μήπως παλεύουμε ν’ ανταποκριθούμε στα υψηλά πρότυπα που θέτει ο τελειομανής εαυτός μας ή απλώς πασχίζουμε να αντεπεξέλθουμε στις πολλαπλές απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής; H Anna Katharina Schaffner, ιστορικός του πολιτισμού και εξειδικευμένη coach για το burnout καταπιάνεται με όλους εκείνους τους παράγοντες που μας στερούν την ελευθερία και μας αρρωσταίνουν.
Αντλώντας από την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, η Schaffner ανιχνεύει τα αίτια και την ιστορία της εξάντλησης και παράλληλα αναδεικνύει νέους τρόπους για την καταπολέμηση του στρες και της αρνητικότητας. Ένα αντισυμβατικό και ευρηματικό βιβλίο, παρηγορητικό και ανακουφιστικό, γεμάτο πρακτικές συμβουλές που μας δείχνει πώς μπορούμε να ελέγξουμε την εξάντλησή μας και να ξαναβρούμε τη χαρά της ζωής. «Αντίδοτο στον εξαντλητικό σύγχρονο τρόπο ζωής» (The Sunday Times).
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.




