Πρόκειται για σπουδαίο έργο, ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα. Η αποδοχή του από την κριτική και το αναγνωστικό κοινό είναι σχεδόν ομόφωνη.
Ο Γκάτσμπυ ενσαρκώνει το Αμερικανικό Όνειρο, το ιδεώδες της προσωπικής επιτυχίας, της κοινωνικής και επαγγελματικής ανέλιξης και του πλούτου, σε συνθήκες ελευθερίας, ασχέτως καταγωγής, μόρφωσης, θρησκείας. Σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνεται και η ερωτική επιτυχία. Το Αμερικανικό Όνειρο έχει ατομιστική και υλιστική βάση, μολονότι κάποιες όψεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ιδεαλιστικές. Ο Γκάτσμπυ εκπληρώνει το Αμερικανικό Όνειρο μέσα σε τρία μόνο χρόνια (Καλοκαίρι 1919 – Καλοκαίρι 1922): γίνεται πάμπλουτος, αγοράζει μια μεγάλη έπαυλη με “γαλάζιους κήπους”, έχει μπάτλερ, υπηρέτες και μια Ρόλς-Ρόυς, διοργανώνει θρυλικά πάρτυ. Τα λεφτά τα έκανε ως λαθρέμπορος ποτών και έχει συναλλαγές με ανθρώπους του υποκόσμου, αλλά αυτό δεν αμαυρώνει καθόλου την υπόληψή του στα μάτια του αναγνώστη – αντιθέτως, προσθέτει στη γοητεία του. Ωστόσο, εκείνο που πάνω απ’ όλα τον καθίστα μεγάλο -μυθικό- ήρωα και παραδειγματικό εραστή για κάθε εποχή είναι ο έμμονος, ανυποχώρητος, απόλυτος, κατακτητικός, ρομαντικός έρωτάς του για την Νταίζυ, ένας έρωτας που είναι αμήχανα και ιδεαλιστικά εφηβικός και, ταυτόχρονα, δυναμικά και ακράδαντα ανδρικός. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Γκάτσμπυ αναδεικνύεται σε ηθικά ανώτερο χαρακτήρα από την Νταίζυ που αποδεικνύεται τελικά πως δεν είναι παρά μια “όμορφη χαζούλα” με μια ψιθυριστή ναζιάρικη φωνή, μια “φωνή γεμάτη λεφτά”. Ο Γκάτσμπυ δεν έχει αυταπάτες, γνωρίζει καλά ότι η Νταίζυ υπολείπεται των ονείρων του – ” όχι από δικό της λάθος, αλλά εξαιτίας της κολοσσιαίας δυναμικότητας της φαντασίωσής του που υπερέβαινε και την Νταίζυ, υπερέβαινε τα πάντα. Είχε ριχτεί σε αυτήν την ψευδαίσθηση με δημιουργικό πάθος, πλουτίζοντάς τη συνεχώς, στολίζοντάς τη με κάθε λαμπερό φτερό που έβρισκε στον δρόμο του. Δεν υπάρχει φωτιά ή παγωνιά που μπορεί να αντιμετρηθεί με αυτό που φωλιάζει στην άγρια καρδιά ενός άντρα”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ρούνεϋ Σάλλυ
Πέρα από το γεγονός ότι είναι αδέλφια, ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχουν μεταξύ τους. Ο Πίτερ είναι δικηγόρος στο Δουβλίνο, γύρω στα τριάντα, επιτυχημένος, ικανός και φαινομενικά άτρωτος. Όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χρειάζεται υπνωτικά για να κοιμηθεί και πασχίζει να διαχειριστεί τη σχέση του με δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες – την παντοτινή πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, και τη Ναόμι, μια φοιτήτρια η οποία αντιμετωπίζει τη ζωή σαν μια μεγάλη φάρσα. Ο Ίβαν είναι επαγγελματίας σκακιστής, είκοσι δύο ετών. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικά αδέξιο, μοναχικό, το αντίθετο από τον γοητευτικό και δημοφιλή μεγαλύτερο αδελφό του. Διανύοντας τις πρώτες εβδομάδες του πένθους του, ο Ίβαν γνωρίζει τη Μάργκαρετ, γυναίκα μεγαλύτερή του σε ηλικία, που βγαίνει από το δικό της ταραχώδες παρελθόν, και οι ζωές τους συνδέονται ακαριαία και έντονα. Για τα αδέλφια που πενθούν και τους ανθρώπους που αγαπούν, η περίοδος αυτή είναι ένα μεσοδιάστημα, ένα ιντερμέδιο, μια περίοδος πόθου και απελπισίας, ανοιχτή σε κάθε πιθανότητα, μια ευκαιρία να ανακαλύψουν πόσα μπορεί να βαστάξει μια ζωή χωρίς να διαλυθεί…
Γιάννης Σολδάτος
Στο βιβλίο αυτό απομονώνεται και φωτίζεται ένα σύνολο από εκατόν δεκατέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες που σημάδεψαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το συνολικό σώμα του ελληνικού κινηματογράφου.
Στα κριτήρια επιλογής των εν λόγω ταινιών έπαιξαν ρόλο ένα πλήθος παραμέτρων, με κυριότερη το στίγμα που άφησαν στην εποχή τους, αλλά και τον ιστορικό απόηχό τους ή την αντιπροσωπευτικότητά τους στο είδος που ανήκουν σαν ταινίες. Έτσι, δίπλα στις κλασικές ταινίες που καταλαμβάνουν διαχρονικά τις κορυφαίες θέσεις στις προτιμήσεις των ειδικών (Ο Δράκος, Ευδοκία, Ο θίασος, κ.λπ.) ή ταινίες αναγνωρισμένης καλλιτεχνικής αξίας ή αντίστοιχης λαϊκής απήχησης, όπως αυτή μεταφράζεται με τους υψηλούς αριθμούς εισιτηρίων, ή ακόμα ταινίες που προκάλεσαν έντονες συζητήσεις ή σκάνδαλα, υπάρχουν και ταινίες που απλώς σηματοδοτούν μια εποχή ή ένα είδος.
Πολ Όστερ
Η πολυαγαπημένη τριλογία του Paul Auster, μια μεταμοντέρνα εκδοχή της αστυνομικής και νουάρ μυθοπλασίας, σε graphic novel από τρεις σπουδαίους δημιουργούς.
Το 1994 η Γυάλινη πόλη του Paul Auster έγινε graphic novel, αναδείχθηκε αμέσως ως ένα δημοφιλές κλασικό και κυκλοφόρησε σε περισσότερες από τριάντα χώρες. Όμως η Γυάλινη πόλη ήταν μόνο το πρώτο μυθιστόρημα μιας σειράς βιβλίων, και οι λάτρεις των graphic novel περίμεναν χρόνια για να δουν εικονογραφημένες και τις άλλες δύο ιστορίες της διάσημης Η Τριλογία της Νέας Υόρκης. Τώρα η αναμονή τελείωσε.
Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Paul Auster είναι μεταμοντέρνα λογοτεχνία μεταμφιεσμένη σε νουάρ μυθιστόρημα, όπου η γλώσσα είναι ο κύριος ύποπτος. Κάθε βιβλίο εξερευνά διαφορετικά φιλοσοφικά θέματα: Στη Γυάλινη πόλη, ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων ερευνά μια δολοφονία και βυθίζεται στην τρέλα· τα Φαντάσματα έχουν πρωταγωνιστή έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ ονόματι Μπλου, ο οποίος παρακολουθεί έναν άντρα ονόματι Μπλακ, για λογαριασμό ενός πελάτη ονόματι Γουάιτ· στο Κλειδωμένο δωμάτιο, ένας άλλος συγγραφέας δυσκολεύεται να γράψει και ελπίζει να το ξεπεράσει εξιχνιάζοντας το μυστήριο της εξαφάνισης του παιδικού του φίλου.
Ο Paul Karasik, ο ιθύνων νους πίσω από τις τρεις διασκευές, ήταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής και των τριών βιβλίων. Τη Γυάλινη πόλη την εικονογράφησε ο βραβευμένος δημιουργός κόμικς David Mazzucchelli, τα Φαντάσματα τα εικονογράφησε ο Lorenzo Mattotti, ενώ το Κλειδωμένο δωμάτιο το διασκεύασε και το εικονογράφησε ο ίδιος ο Karasik. Αυτές οι διασκευές εικονοποιούν τα εκλεπτυσμένα γλωσσικά παιχνίδια του Auster: ένα ανάγνωσμα που απευθύνεται τόσο σε απαιτητικούς όσο και σε λιγότερο απαιτητικούς αναγνώστες, και είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό.




